Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ (Α')

Το Οικοσοσιαλιστικό Μανιφέστο
Των Joel Kovel και Michael Loewy*
Ο εικοστός πρώτος αιώνας, ξεκινά καταστροφικά: με μια οικολογική κατάρρευση πρωτοφανούς βαθμού και με μια χαοτική παγκόσμια τάξη πραγμάτων που περιβάλλεται με τον τρόμο και τους πολέμους χαμηλής έντασης που απλώνονται σαν γάγγραινα σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη -στη κεντρική Αφρική, στη Μέση Ανατολή, κατά μήκος της ακτής του Ειρηνικού στη Νότια Αμερική- και αντανακλώνται σε όλα τα έθνη.
Κατά την άποψή μας, οι οικολογικές κρίσεις και οι κρίσεις της κοινωνικής κατάρρευσης συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και θα έπρεπε να τις βλέπουμε σαν ξεχωριστές εκδηλώσεις των ίδιων δομικών δυνάμεων. Οι πρώτες, προέρχονται γενικά από την αχαλίνωτη εκβιομηχάνιση που καταστρέφει την ικανότητα της γης να αποσβένει και να συγκρατεί την οικολογική αποσταθεροποίηση. Οι δεύτερες, προέρχονται από τη μορφή του ιμπεριαλισμού, γνωστή ως παγκοσμιοποίηση και από τα εξαιρετικά καταστροφικά αποτελέσματά της στις κοινωνίες που βρίσκει στο δρόμο της. Επιπλέον, αυτές οι ελλοχεύουσες δυνάμεις αποτελούν ουσιαστικά διαφορετικές πτυχές της ίδιας δυναμικής, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως η κεντρική δυναμική που κινεί το όλον: την επέκταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Απορρίπτουμε όλους τους ευφημισμούς και την προπαγάνδα που αμβλύνει την κτηνωδία αυτού του καθεστώτος ˙ το «πράσινο ξέπλυμα» του οικολογικού του κόστους, την απόκρυψη του ανθρώπινου κόστους του στο όνομα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αντίθετα με αυτά, επιμένουμε να βλέπουμε το κεφάλαιο από τη σκοπιά του τι έχει κάνει πραγματικά.Επενεργώντας στη φύση και στην οικολογική της ισορροπία, το καθεστώς, με την προστακτική του ανάγκη να επεκτείνει διαρκώς την κερδοφορία του, εκθέτει τα οικοσυστήματα σε αποσταθεροποιητικές ρυπάνσεις, κατακερματίζει τους βιότοπους που εξελίχτηκαν επί χιλιετίες για να επιτρέψουν να ανθήσουν ζωντανοί οργανισμοί, σπαταλά τους φυσικούς πόρους και υποβαθμίζει την αισθησιακή ζωτικότητα της φύσης σε ψυχρή ανταλλαξιμότητα η οποία απαιτείται για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Από την πλευρά της ανθρωπότητας, με τις απαιτήσεις της για αυτοδιάθεση, για συμβίωση ως «κοινότητα» και μια ύπαρξη με νόημα, το κεφάλαιο υποβαθμίζει την πλειονότητα του πληθυσμού της γης σε απλή δεξαμενή εργατικής δύναμης, ενώ απορρίπτει τους περισσότερους από τους υπόλοιπους σαν άχρηστο «βάρος». Εισέβαλε στις κοινότητες και υπονόμευσε την ακεραιότητά τους μέσα από την παγκόσμια κουλτούρα της μαζικής κατανάλωσης και απολιτικοποίησης. Αύξησε τις ανισότητες πλούτου και εξουσίας σε επίπεδα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία. Συνδέθηκε με ένα δίκτυο διεφθαρμένων και δουλοπρεπών κρατών-πελατών, οι τοπικές ελίτ των οποίων επωμίζονται το έργο της καταστολής και προστατεύουν το κέντρο από την κατακραυγή. Επιπλέον, άρχισε να δημιουργεί ένα δίκτυο διακρατικών οργανισμών υπό τη γενική εποπτεία των δυνάμεων της Δύσης και από την υπερδύναμη των Η.Π.Α., για να υπονομεύσει την αυτονομία της περιφέρειας και να την δεσμεύσει στην υπερχρέωση, διατηρώντας ταυτόχρονα έναν τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό που ισχυροποιεί την υποταγή στο καπιταλιστικό κέντρο.
Πιστεύουμε ότι το παρόν καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ρυθμίσει, και ακόμα περισσότερο να ξεπεράσει, τις κρίσεις που το ίδιο έχει προκαλέσει. Δεν μπορεί να επιλύσει την οικολογική κρίση επειδή, για να το κάνει, θα έπρεπε να θέσει όρια στη συσσώρευση - πράγμα απαράδεκτο για ένα σύστημα που βασίζεται στην επιταγή «αυξήσου ή πέθανε»! Και δεν μπορεί να επιλύσει την κρίση που προκαλεί η τρομοκρατία ή άλλες μορφές βίαιου ξεσηκωμού, επειδή θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη λογική της αυτοκρατορίας και άρα να επιβάλει απαράδεκτα όρια στην οικονομική ανάπτυξη και τον όλο «τρόπο ζωής» που στηρίζεται από αυτή την αυτοκρατορία. Η μόνη επιλογή που του απομένει είναι η προσφυγή στην ωμή βία, αυξάνοντας με αυτό το τρόπο την αλλοτρίωση και σπέρνοντας τους σπόρους της περαιτέρω τρομοκρατίας …και της περαιτέρω αντιτρομοκρατίας που την ακολουθεί, εξελισσόμενος έτσι σε μια νέα κάκιστη παραλλαγή του φασισμού. Συνοψίζοντας, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, ιστορικά χρεοκοπεί. Έχει γίνει μια αυτοκρατορία ανίκανη να προσαρμοστεί, ο γιγαντισμός της οποίας αποκαλύπτει την ελλοχεύουσα αδυναμία της. Είναι, με οικολογικούς όρους, βαθύτατα ασταθές και χωρίς στηρίγματα και πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων, ή καλύτερα να αντικατασταθεί, αν θέλουμε ένα μέλλον που αξίζει να το ζήσουμε.
Να γιατί επιστρέφει το δραματικό δίλημμα που έθεσε άλλοτε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα!, σε μια εποχή που η βαρβαρότητα αποτυπώνεται στον αιώνα που αρχίζει, με τα χαρακτηριστικά της οικοκαταστροφής, του τρόμου - αντιτρόμου και του φασιστικού εκφυλισμού τους. Ωστόσο, γιατί σοσιαλισμός; Γιατί αναβιώνουμε αυτή τη λέξη που φαίνεται να παραδόθηκε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας εξαιτίας των λαθεμένων ερμηνειών της κατά τον 20ό αιώνα; Για ένα και μόνο λόγο: με όποιον τρόπο και αν «ηττήθηκε» ή έμεινε απραγματοποίητη, η έννοια του σοσιαλισμού εξακολουθεί να εκφράζει την υπέρβαση του κεφαλαίου. Αν το ζητούμενο είναι να ηττηθεί το κεφάλαιο, ένας στόχος που τώρα εμφανίζεται ως κατεπείγων για την επιβίωση του ίδιου του πολιτισμού, το αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά «σοσιαλιστικό», μια και αυτός είναι ο όρος που καταδεικνύει το πέρασμα σε μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Αν λέμε ότι το κεφάλαιο είναι ριζικά μη βιώσιμο και τείνει προς τη βαρβαρότητα που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, τότε λέμε επίσης ότι χρειάζεται να οικοδομήσουμε ένα «σοσιαλισμό» ικανό να υπερβεί τις κρίσεις που δημιούργησε το κεφάλαιο. Και αν οι «σοσιαλισμοί» του παρελθόντος απέτυχαν να το κάνουν, είναι δική μας υποχρέωση, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε ένα βάρβαρο τέλος, να αγωνιστούμε για ένα σοσιαλισμό που θα πετύχει. Και όπως, από τότε που η Ρόζα Λούξεμπουργκ διατύπωσε τη μοιραία εναλλακτική πρότασή της, η βαρβαρότητα άλλαξε με τρόπο που να αντανακλά την εποχή, με τον ίδιο τρόπο το όνομα και η πραγματικότητα του «σοσιαλισμού» πρέπει να ανταποκρίνονται στην εποχή μας. Για όλους αυτούς τους λόγους, επιλέξαμε να ονομάσουμε τη δική μας ερμηνεία του σοσιαλισμού ως «οικοσοσιαλισμό» και να αφιερωθούμε στην πραγμάτωσή της.
Γιατί οικοσοσιαλισμός;
Μέσα στα πλαίσια της οικολογικής κρίσης, βλέπουμε τον οικοσοσιαλισμό όχι ως την άρνηση των σοσιαλισμών «της πρώτης εποχής» του εικοστού αιώνα, αλλά ως την πραγμάτωσή τους. Όπως και εκείνοι, οικοδομείται πάνω στη βαθιά γνώση του γεγονότος ότι το κεφάλαιο είναι αντικειμενοποιημένη παρελθούσα εργασία, και όπως κι εκείνοι επίσης, στηρίζεται στην ελεύθερη ανάπτυξη όλων των παραγωγών, ή με άλλα λόγια, στην εξάλειψη του χωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο στόχος δε μπορούσε να επιτευχθεί από τον σοσιαλισμό της πρώτης εποχής, για λόγους εξαιρετικά περίπλοκους για να τους αναλύσουμε εδώ, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ποικίλες συνέπειες της υπανάπτυξης μέσα στο εχθρικό περιβάλλον των τότε υπαρχουσών καπιταλιστικών δυνάμεων. Αυτή η συγκυρία προκάλεσε πολυάριθμες βλαβερές συνέπειες στους υπαρκτούς σοσιαλισμούς, με κύρια την άρνηση της εσωτερικής δημοκρατίας που μαζί με τον συναγωνισμό με τον καπιταλιστικό παραγωγισμό, οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση αυτών των κοινωνιών και στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντός τους. Ο οικοσοσιαλισμός κρατάει τους στόχους της χειραφέτησης του σοσιαλισμού της πρώτης εποχής και απορρίπτει τους χαμηλούς ρεφορμιστικούς στόχους της σοσιαλδημοκρατίας και τις παραγωγίστικες δομές των γραφειοκρατικών παραλλαγών του σοσιαλισμού. Επιμένει ωστόσο, στον επανακαθορισμό τόσο της οδού όσο και του στόχου της σοσιαλιστικής παραγωγής μέσα σε ένα οικολογικό πλαίσιο. Αυτό το κάνει ειδικά από σεβασμό στα «αναπτυξιακά όρια» που είναι σημαντικά για τη βιωσιμότητα της κοινωνίας. Τα όρια αυτά δεν τίθενται με την έννοια της έλλειψης, της στέρησης και της καταστολής. Αντίθετα, στόχος είναι ο μετασχηματισμός των αναγκών και μια βαθιά μετατόπιση προς την ποιοτική διάσταση, μακριά από την ποσοτική. Από τη σκοπιά της παραγωγής εμπορευμάτων, αυτό μεταφράζεται στην αξιολόγηση ως σημαντικότερης, της χρηστικής αξίας τους σε σχέση με την ανταλλακτική τους αξία – ένα πλάνο ύψιστης σημασίας που στηρίζεται στην άμεση οικονομική δραστηριότητα.
Η γενίκευση της οικολογικής παραγωγής υπό σοσιαλιστικές συνθήκες, μπορεί να προσφέρει το έδαφος για να ξεπεράσουμε τις σημερινές κρίσεις. Μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιριζόμενων παραγωγών δεν σταματάει στο δικό της εκδημοκρατισμό. Πρέπει αντίθετα, να επιμείνει στην απελευθέρωση όλων των ανθρώπων και αυτή η απελευθέρωση να αποτελέσει έδαφος στήριξής της και στόχο της. Με αυτό τον τρόπο ξεπερνάει τις ιμπεριαλιστικές ορμές, τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά. Υλοποιώντας έναν τέτοιο στόχο, αγωνίζεται για να ξεπεράσει κάθε μορφή κυριαρχίας, συμπεριλαμβάνοντας ειδικά αυτές του φύλου και της φυλής. Ακόμα, ξεπερνά τις συνθήκες που οδηγούν σε φονταμενταλιστικές στρεβλώσεις και τις τρομοκρατικές εκδηλώσεις τους. Συνοψίζοντας, μια παγκόσμια κοινωνία θεμελιώνεται σε ένα βαθμό, πάνω σε μια οικολογική αρμονία με τη φύση, αδιανόητη κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Ένα πρακτικό αποτέλεσμα αυτών των τάσεων θα μπορούσε να εκφραστεί, για παράδειγμα, με τον μαρασμό της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα που συνδέονται απόλυτα με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να παράσχει την υλική βάση για την απελευθέρωση των εδαφών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό του πετρελαίου, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, καθώς και των άλλων δεινών της οικολογικής κρίσης. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει αυτές τις θέσεις- προτάσεις χωρίς να σκεφτεί: πρώτον, τα πολυάριθμα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα που αυτές εγείρουν και: δεύτερον και πιο αποκαρδιωτικό, το πόσο απόμακρες είναι από την παρούσα διαμόρφωση του κόσμου όπως αυτός είναι αγκιστρωμένος στους θεσμούς, αλλά και όπως είναι καταγεγραμμένος στη συνείδησή μας. Δεν χρειάζεται να επεξεργαστούμε αυτά τα σημεία που θα έπρεπε να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα από όλους. Θα θέλαμε όμως να επιμείνουμε για να αντιμετωπισθούν μέσα από την κατάλληλη προοπτική. Δεν είναι πρόθεσή μας ούτε να καθορίσουμε το κάθε βήμα αυτής της πορείας ούτε να υποχωρήσουμε μπροστά στον αντίπαλο επειδή είναι πολύ πιο ισχυρός. Αντίθετα, πρόθεσή μας είναι να αναπτύξουμε μια λογική επαρκούς και αναγκαίου μετασχηματισμού της παρούσας τάξης πραγμάτων και να αρχίσουμε τα ενδιάμεσα βήματα προς αυτό το στόχο. Το κάνουμε προκειμένου να στοχαστούμε σε βάθος αυτές τις δυνατότητες και ταυτόχρονα για να αρχίσουμε το έργο του σχεδιασμού από κοινού με εκείνους που μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις. Αν αυτά τα επιχειρήματα έχουν κάποια αξία, τότε παρόμοιες σκέψεις και πρακτικές που πραγματώνουν αυτές τις σκέψεις, πρέπει να βλαστήσουν αλληλοστηριζόμενες, σε αναρίθμητα σημεία σε όλο τον πλανήτη.
Ο οικοσοσιαλισμός θα είναι διεθνής και οικουμενικός ή δεν θα υπάρξει. Οι κρίσεις της εποχής μας μπορούν -και πρέπει- να ειδωθούν ως επαναστατικές ευκαιρίες και δική μας υποχρέωση είναι να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες και να τις κάνουμε πραγματικότητα.

*(Μετάφραση από το πρωτότυπο στα Αγγλικά: Τάσος Πανταζίδης)