Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Η Οικοσοσιαλιστική διακήρυξη του Μπελέμ

Η Οικοσοσιαλιστική διακήρυξη του Μπελέμ

«Ο κόσμος υποφέρει από πυρετό λόγω της αλλαγής του κλίματος
και η ασθένεια είναι το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης».
Evo Morales, πρόεδρος της Βολιβίας, Σεπτέμβριος 2007



Η επιλογή της ανθρωπότητας
Η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια ψυχρή επιλογή: οικοσοσιαλισμός ή βαρβαρότητα.
Δεν χρειαζόμαστε περισσότερες αποδείξεις για τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, του παρασιτικού συστήματος που εκμεταλλεύεται εξίσου την ανθρωπότητα και τη φύση. Μοναδική του κινητήρια δύναμη είναι η επιτακτική ανάγκη προς το κέρδος και ως εκ τούτου η ανάγκη για συνεχή ανάπτυξη. Δημιουργεί με σπάταλο τρόπο περιττά προϊόντα, καταξοδεύοντας τους περιορισμένους πόρους του περιβάλλοντος και επιστρέφοντας σε αυτό μόνο τις τοξίνες και τους ρύπους. Υπό τον καπιταλισμό, το μόνο μέτρο της επιτυχίας είναι το πόσα περισσότερα πωλούνται κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο. Έτσι παράγονται τεράστιες ποσότητες προϊόντων τα οποία είναι άμεσα επιβλαβή για τους ανθρώπους και τη φύση, εμπορεύματα που δεν μπορούν να παραχθούν χωρίς εξάπλωση ασθενειών, καταστροφή των δασών που παράγουν το οξυγόνο που αναπνέουμε, γκρέμισμα των οικοσυστημάτων, καθώς και αντιμετώπιση των υδάτων, του αέρα και του εδάφους ως υπονόμων για τη διάθεση βιομηχανικών αποβλήτων.

Η ανάγκη του καπιταλισμού για ανάπτυξη υπάρχει σε κάθε επίπεδο, από την ατομική επιχείρηση μέχρι το σύστημα στο σύνολό του. Η ακόρεστη πείνα των εταιρειών διευκολύνεται από την ιμπεριαλιστική επέκταση σε αναζήτηση όλο και μεγαλύτερης πρόσβασης σε φυσικούς πόρους, φθηνή εργασία και νέες αγορές. Ο καπιταλισμός ήταν πάντα οικολογικά καταστροφικός, αλλά στις μέρες μας αυτές οι επιθέσεις στη Γη έχουν επιταχυνθεί. Η ποσοτική αλλαγή έδωσε τη θέση της στην ποιοτική μετατροπή, φέρνοντας τον κόσμο σε ένα ορόσημο, στο χείλος της καταστροφής. Ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος της επιστημονικής έρευνας έχει εντοπίσει πολλούς τρόπους με τους οποίους οι μικρές αυξήσεις της θερμοκρασίας θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες, επιπτώσεις που δεν θα τις προλαβαίνουμε, όπως η ταχεία τήξη των πάγων στη Γροιλανδία ή η απελευθέρωση του μεθανίου που είναι εγκλωβισμένο στο πέρμαφροστ (παγωμένο έδαφος) και κάτω από τον ωκεανό, γεγονότα που θα έκαναν την καταστροφική αλλαγή του κλίματος αναπόφευκτη.
Αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα επιφέρει ολέθριες επιπτώσεις στη ζωή ανθρώπων, ζώων και φυτών. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις θα μειωθούν δραστικά, οδηγώντας στην πείνα σε ευρεία κλίμακα. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα εκτοπιστούν από την ξηρασία σε ορισμένες περιοχές και από την άνοδο της στάθμης των ωκεανών σε άλλες. Οι χαοτικές, απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες θα γίνουν ο κανόνας. Ο αέρας, το νερό και το έδαφος, θα δηλητηριαστούν. Επιδημίες ελονοσίας, χολέρας και ακόμη πιο θανατηφόρων ασθενειών, θα πλήξουν τα φτωχότερα και πιο ευάλωτα μέλη της κάθε κοινωνίας.
Οι επιπτώσεις της οικολογικής κρίσης είναι σοβαρότερα αισθητές από εκείνους των οποίων οι ζωές ήδη μαστίζονται από τον ιμπεριαλισμό στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, αλλά και από τους απανταχού αυτόχθονες λαούς οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Η περιβαλλοντική καταστροφή και η κλιματική αλλαγή συνιστούν μια πράξη επιθετικότητας από τους πλούσιους, ενάντια στους φτωχούς.

Η Οικολογική ερήμωση που προκύπτει από την ακόρεστη ανάγκη για αύξηση των κερδών, δεν είναι τυχαίο γνώρισμα του καπιταλισμού: είναι ενσωματωμένη στο DNA του συστήματος και δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Η προσανατολισμένη στο κέρδος παραγωγή, συνυπολογίζει ένα βραχυπρόθεσμο ορίζοντα στις επενδυτικές της αποφάσεις και δεν μπορεί να λάβει υπόψη τη μακροπρόθεσμη υγεία και σταθερότητα του περιβάλλοντος. Η ατέρμονη οικονομική ανάπτυξη είναι ασύμβατη με τα πεπερασμένα και εύθραυστα οικοσυστήματα, αλλά το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να ανεχθεί όρια στην ανάπτυξη• η σταθερή του ανάγκη για να αναπτυχθεί θα ανατρέψει οποιαδήποτε όρια που μπορεί να επιβληθούν στο όνομα της "αειφόρου ανάπτυξης". Έτσι, το εγγενώς ασταθές καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ρυθμίσει τη δική του δραστηριότητα, πολύ λιγότερο δε, να ξεπεράσει τις κρίσεις που προκαλούνται από τη χαοτική και παρασιτική του ανάπτυξη, γιατί κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τον καθορισμό ορίων στη συσσώρευση - μια απαράδεκτη λύση για ένα σύστημα που στηρίζεται στον κανόνα: Αναπτύξου ή εξαφανίσου!

Αν ο καπιταλισμός παραμείνει το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, το καλύτερο που μπορούμε να περιμένουμε είναι αφόρητες κλιματικές συνθήκες, εντατικοποίηση των κοινωνικών κρίσεων και εξάπλωση των πιο βάρβαρων μορφών ταξικής επικυριαρχίας, καθώς οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα μάχονται μεταξύ τους αλλά και με τον πλανητικό Νότο για συνεχή έλεγχο των παγκοσμίως μειούμενων φυσικών πόρων.
Στη χειρότερη περίπτωση, η ανθρώπινη ζωή μπορεί να μην επιβιώσει.


Καπιταλιστικές στρατηγικές για αλλαγή
Δεν λείπουν οι προτεινόμενες στρατηγικές για να αντιμετωπιστεί η οικολογική καταστροφή, συμπεριλαμβανόμενης της υπερθέρμανσης του πλανήτη που είναι αποτέλεσμα της αλόγιστης αύξησης των ατμοσφαιρικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η μεγάλη πλειονότητα αυτών των στρατηγικών μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα: έχουν σχεδιαστεί από και για λογαριασμό του κυρίαρχου παγκόσμιου συστήματος: του καπιταλισμού.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα το οποίο είναι υπεύθυνο για την οικολογική κρίση, καθορίζει επίσης τους όρους της συζήτησης σχετικά με αυτή την κρίση, με το κεφάλαιο να ελέγχει τα μέσα παραγωγής της γνώσης, όπως κάνει και με τα μέσα παραγωγής του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα. Κατά συνέπεια, οι πολιτικοί του καπιταλισμού, οι γραφειοκράτες, οι οικονομολόγοι και οι καθηγητές του, «παράγουν» ένα ατελείωτο ρεύμα προτάσεων με όλες τις παραλλαγές, πάνω στο ότι η οικολογική καταστροφή του πλανήτη μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς διαταραχή των μηχανισμών της αγοράς και του συστήματος συσσώρευσης που «διοικεί» την παγκόσμια οικονομία.

Αλλά δεν μπορεί να υπηρετεί κανείς δυο αφεντικά - την ακεραιότητα του πλανήτη και την κερδοφορία του καπιταλισμού. Ένας πρέπει να εγκαταλειφθεί και η ιστορία δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την υποταγή της συντριπτικής πλειονότητας αυτών που δημιουργούν τις πολιτικές. Υπάρχει λοιπόν κάθε λόγος να αμφιβάλουμε ριζικά για την ικανότητα των μέτρων που θεσπίζονται, στο να ελέγξουν την ολίσθηση προς την οικολογική καταστροφή.

Πράγματι, πέρα από κάθε ωραιοποίηση, οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων τριάντα πέντε χρόνων, υπήρξαν μια τερατώδης αποτυχία. Βέβαια προκύπτουν μεμονωμένες βελτιώσεις, αλλά ανατρέπονται και αχρηστεύονται από την ανελέητη επέκταση του συστήματος και τον χαοτικό χαρακτήρα της παραγωγής του.
Ένα παράδειγμα αποδεικνύει την αποτυχία: στα τέσσερα πρώτα έτη του 21ου αιώνα, οι παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ήταν σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερες ετησίως από εκείνες της δεκαετίας του 1990, παρά την εμφάνιση του πρωτοκόλλου του Κιότο το 1997.
Το Κιότο θέτει δύο μέσα: το σύστημα εμπορίας/ανταλλαγής ποσότητας ρύπων, προκειμένου να επιτύχει ορισμένες μειώσεις εκπομπών και τα προγράμματα στον πλανητικό Νότο (τους λεγόμενους «μηχανισμούς καθαρής ανάπτυξης») για την αντιστάθμιση των εκπομπών στις εξαιρετικά βιομηχανοποιημένες χώρες. Όλα αυτά τα μέσα στηρίζονται σε μηχανισμούς της αγοράς, γεγονός που σημαίνει, πρώτα απ' όλα, ότι οι ατμοσφαιρικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μετατρέπονται σε εμπόρευμα, υπό τον έλεγχο των ίδιων συμφερόντων που δημιούργησαν την υπερθέρμανση του πλανήτη. Οι ρυπαίνοντες δεν είναι υποχρεωμένοι να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιούν την δύναμη που τους δίνει το χρήμα προκειμένου να ελέγχουν την ανταλλαγή ρύπων άνθρακα για τους δικούς τους σκοπούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν την καταστροφική εξόρυξη ακόμη περισσότερων καυσίμων με βάση τον άνθρακα. Επιπλέον, δεν υπάρχει όριο στην ποσότητα των μονάδων εκπομπών που μπορεί να πιστωθούν με τις συμμορφούμενες κυβερνήσεις.
Από τη στιγμή που η εξακρίβωση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων είναι αδύνατη, το καθεστώς του Κιότο δεν είναι μόνο ανίκανο να ελέγξει τις εκπομπές, αλλά επιπλέον παρέχει άφθονες ευκαιρίες για διαφυγή και εξαπάτηση όλων των ειδών. Όπως ακόμη και η Wall Street Journal το έθεσε τον Μάρτιο του 2007, η εμπορία εκπομπών ρύπων «θα φέρει χρήμα σε ορισμένες πολύ μεγάλες εταιρίες, αλλά μην πιστέψετε ούτε για ένα λεπτό ότι αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις θα έκανε πολλά για την υπερθέρμανση του πλανήτη».
Η συνάντηση του ΟΗΕ για το κλίμα που έγινε στο Μπαλί το 2007, άνοιξε το δρόμο για ακόμη μεγαλύτερες καταχρήσεις κατά την επόμενη περίοδο. Η ενδιάμεση συμφωνία του Μπαλί απόφυγε οποιαδήποτε αναφορά στους στόχους για δραστική μείωση του άνθρακα που κατατέθηκαν από τους καλύτερους επιστήμονες του κλίματος (90% ως το 2050). Εγκατέλειψε τους λαούς του πλανητικού Νότου στο έλεος του κεφαλαίου, δίνοντας τη δικαιοδοσία επί της διαδικασίας στην Παγκόσμια Τράπεζα και έκανε τον συμψηφισμό της ρύπανσης από άνθρακα, ακόμα ευκολότερο.
Προκειμένου να εξασφαλίσουμε και να διατηρήσουμε αμετάβλητο το μέλλον μας, είναι αναγκαία μια επαναστατική μεταρρύθμιση, στην οποία όλοι οι επιμέρους αγώνες θα λάβουν μέρος σε ένα μεγαλύτερο αγώνα ενάντια στο ίδιο το κεφάλαιο. Αυτός ο μεγαλύτερος αγώνας δεν μπορεί να παραμείνει απλά αρνητικός και αντικαπιταλιστικός. Θα πρέπει να εξαγγείλει και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας και αυτό είναι ο Οικοσοσιαλισμός.


Η Οικοσοσιαλιστική εναλλακτική
Το οικοσοσιαλιστικό κίνημα, έχει ως στόχο να σταματήσει και να αντιστρέψει την καταστροφική διαδικασία της υπερθέρμανσης του πλανήτη ειδικότερα και της καπιταλιστικής οικοκτονίας γενικότερα, καθώς και να οικοδομήσει μία ριζοσπαστική και πρακτική εναλλακτική πρόταση ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Οικοσοσιαλισμός εδράζεται σε μια μεταμορφωμένη οικονομία που θα στηρίζεται στις μη οικονομικές αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικολογικής ισορροπίας. Επικρίνει τόσο την καπιταλιστική «οικολογία της αγοράς» όσο και τον παραγωγικό σοσιαλισμό, ο οποίος αγνόησε την γήινη ισορροπία και τα όριά της. Επαναπροσδιορίζει τη διαδρομή και το στόχο του σοσιαλισμού μέσα σε ένα οικολογικό και δημοκρατικό πλαίσιο.
Ο Οικοσοσιαλισμός περιλαμβάνει ένα επαναστατικό κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος θα υπονοεί τον περιορισμό της ανάπτυξης και τη μετατροπή των αναγκών μέσα από μία βαθιά μετατόπιση από τα ποσοτικά στα ποιοτικά οικονομικά κριτήρια, με έμφαση στην χρηστική αξία αντί της ανταλλακτικής αξίας.
Αυτές οι στοχεύσεις απαιτούν τόσο δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων στον οικονομικό τομέα, για να μπορέσει η κοινωνία συλλογικά να καθορίσει τους στόχους των επενδύσεων και της παραγωγής, όσο και την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής. Μόνο η συλλογική λήψη αποφάσεων και ιδιοκτησία της παραγωγής μπορούν να προσφέρουν την πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο για την ισορροπία και τη διατηρησιμότητα του οικολογικού αλλά και του κοινωνικού μας συστήματος.
Η απόρριψη του παραγωγισμού και η μετάβαση από τα ποσοτικά προς τα ποιοτικά οικονομικά κριτήρια, αφορούν την επανεξέταση του πως βλέπουμε τη φύση και τους στόχους της παραγωγής, αλλά και την οικονομική δραστηριότητα εν γένει. Οι βασικές δημιουργικές, οι μη παραγωγικές και οι αναπαραγωγικές ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η φροντίδα του σπιτιού, η ανατροφή των παιδιών, η περίθαλψη, η εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων, αλλά και οι τέχνες, θα είναι βασικές αξίες σε μια οικοσοσιαλιστική οικονομία.
Ο καθαρός αέρας και το νερό, το γόνιμο έδαφος, η καθολική πρόσβαση σε τροφή χωρίς χημικές ουσίες και οι ανανεώσιμες μη ρυπογόνες πηγές ενέργειας, είναι βασικά δικαιώματα του ανθρώπου και της φύσης, τα οποία υπερασπίζεται ο οικοσοσιαλισμός. Μακριά από το να είναι «δεσποτική», η συλλογική χάραξη πολιτικής σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο προσμετράται στην εξάσκηση της κοινωνίας για κοινωνική ελευθερία και ευθύνη. Αυτή η ελευθερία της λήψης αποφάσεων συνιστά απελευθέρωση από τους οικονομικούς «νόμους» του προσανατολισμένου στην ανάπτυξη καπιταλιστικού συστήματος, οι οποίοι οδηγούν στην αλλοτρίωση.
Για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη και άλλοι κίνδυνοι που απειλούν την ανθρώπινη και την οικολογική επιβίωση, ολόκληροι τομείς της βιομηχανίας και της γεωργίας πρέπει να καταργηθούν, να μειωθούν ή να αναδιαρθρωθούν και άλλοι πρέπει να αναπτυχθούν, παρέχοντας παράλληλα, πλήρη απασχόληση για όλους. Μια τέτοια ριζική μεταμόρφωση δεν είναι εφικτή χωρίς συλλογικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και δημοκρατικό σχεδιασμό της παραγωγής και ανταλλαγής. Οι δημοκρατικές αποφάσεις για τις επενδύσεις και την τεχνολογική ανάπτυξη πρέπει να αντικαταστήσουν τον έλεγχο από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, επενδυτές και τράπεζες, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας του κοινού καλού της κοινωνίας και της φύσης.
Τα πιο καταπιεσμένα στοιχεία της ανθρώπινης κοινωνίας, οι φτωχοί και οι αυτόχθονες λαοί, πρέπει να λάβουν πλήρως μέρος στην οικοσοσιαλιστική επανάσταση, προκειμένου να αναβιώσουν οι οικολογικά σταθεροποιητικές παραδόσεις και να δοθεί φωνή σε εκείνους που το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ακούσει. Επειδή οι λαοί του πλανητικού Νότου και των φτωχών γενικότερα είναι τα πρώτα θύματα της καπιταλιστικής καταστροφής, οι αγώνες και τα αιτήματά τους θα βοηθήσουν στο να καθορίσουμε το περίγραμμα μιας οικολογικά και οικονομικά βιώσιμης κοινωνίας εν τη γένεσή της. Ομοίως, η ισότητα των φύλων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του οικοσοσιαλισμού και τα γυναικεία κινήματα υπήρξαν από τους πιο δραστήριους και αντιδραστικούς αντιπάλους της καπιταλιστικής καταπίεσης. Άλλοι δυνητικοί παράγοντες της οικοσοσιαλιστικής επαναστατικής αλλαγής υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες.
Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς ένα επαναστατικό μετασχηματισμό των κοινωνικών και πολιτικών δομών με βάση την ενεργό υποστήριξη από την πλειονότητα του πληθυσμού, ενός οικοσοσιαλιστικού προγράμματος. Ο αγώνας της εργασίας - εργάτες, αγρότες, χωρίς γη και άνεργοι- για την κοινωνική δικαιοσύνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αγώνα για την περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Ο καπιταλισμός, κοινωνικά και οικολογικά εκμεταλλευτικός και ρυπογόνος, είναι εχθρός της φύσης και της εργασίας με παρόμοιο τρόπο.

Ο Οικοσοσιαλισμός προτείνει ριζικές μεταμορφώσεις:
1. στο ενεργειακό σύστημα, αντικαθιστώντας τα καύσιμα με βάση τον άνθρακα και τα βιοκαύσιμα, με καθαρές πηγές ενέργειας υπό τον έλεγχο των κοινοτήτων: αιολική, γεωθερμική, τα κύματα, και πάνω απ 'όλα, ηλιακή ενέργεια.
2. στο σύστημα μεταφορών, με δραστική μείωση της χρήσης των ιδιωτικών αυτοκινήτων και φορτηγών και την αντικατάστασή τους από την δωρεάν και αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία.
3. στα σημερινά πρότυπα παραγωγής, κατανάλωσης, και οικοδόμησης, εγγενώς παρωχημένα, τα οποία βασίζονται στη σπατάλη, στον ανταγωνισμό και τη ρύπανση, παράγοντας μόνο ανθεκτικά και ανακυκλώσιμα αγαθά και αναπτύσσοντας «πράσινη» αρχιτεκτονική.
4. στην παραγωγή και τη διάθεση τροφίμων, μέσω της υπεράσπισης της κυριαρχίας των τοπικών τροφίμων όσο αυτό είναι δυνατόν, της εξάλειψης των ρυπογόνων βιομηχανικών αγροτικών επιχειρήσεων, τη δημιουργία βιώσιμων αγροσυστημάτων και δρώντας ενεργά για την ανανέωση της γονιμότητας του εδάφους.

Το να θεωρητικοποιούμε και να εργαζόμαστε προς υλοποίηση του στόχου του «πράσινου» σοσιαλισμού, δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει επίσης να αγωνιζόμαστε για συγκεκριμένες και επείγουσες μεταρρυθμίσεις άμεσα. Χωρίς καμία ψευδαίσθηση σχετικά με τον «καθαρό καπιταλισμό», πρέπει να εργαστούμε για να επιβληθούμε στους φορείς της εξουσίας (κυβερνήσεις, εταιρείες, διεθνείς οργανισμούς) και να επιτύχουμε κάποιες στοιχειώδεις αλλά ουσιαστικές άμεσες αλλαγές:

• δραστική και εντατική μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου,
• ανάπτυξη των καθαρών πηγών ενέργειας,
• παροχή ενός εκτεταμένου συστήματος δωρεάν δημόσιας συγκοινωνίας,
• σταδιακή αντικατάσταση των φορτηγών από τα τρένα,
• δημιουργία προγραμμάτων απορρύπανσης,
• εξάλειψη της πυρηνικής ενέργειας και των στρατιωτικών δαπανών.


Αυτά και παρόμοια αιτήματα είναι στο επίκεντρο της ατζέντας του κινήματος της Παγκόσμιας Δικαιοσύνης και του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, τα οποία έχουν προωθήσει (μετά το Σηάτλ το 1999) τη σύγκλιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών κινημάτων σε ένα κοινό αγώνα κατά του καπιταλιστικού συστήματος.

Η περιβαλλοντική αποσάθρωση, δεν θα εμποδιστεί σε αίθουσες συνεδρίων ή με διαπραγματεύσεις για Συνθήκες. Μόνο η μαζική δράση μπορεί να κάνει τη διαφορά. Οι εργαζόμενοι των πόλεων και της υπαίθρου, οι λαοί του πλανητικού Νότου και οι αυτόχθονες λαοί είναι στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα ενάντια στην περιβαλλοντική και την κοινωνική αδικία, στις μάχες ενάντια στις εκμεταλλεύτριες και ρυπογόνες πολυεθνικές, στις δηλητηριώδεις αγροεπιχειρήσεις, τους γενετικά τροποποιημένους σπόρους που εισβάλουν στο πιάτο μας, στα βιοκαύσιμα που το μόνο που κάνουν είναι να οξύνουν την ήδη υπαρκτή διατροφική κρίση. Πρέπει να προχωρήσουμε αυτά τα κοινωνικά - περιβαλλοντικά κινήματα και να οικοδομήσουμε την αλληλεγγύη μεταξύ των αντικαπιταλιστικών οικολογικών κινημάτων στο Βορρά και το Νότο.


Αυτή η Οικοσοσιαλιστική διακήρυξη είναι μια πρόσκληση σε δράση. Η εδραιωμένη άρχουσα τάξη είναι ισχυρή, αλλά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα αποκαλύπτει κάθε μέρα την οικονομική και ιδεολογική του πτώχευση, αδύναμο να ξεπεράσει την οικονομική, οικολογική, κοινωνική, διατροφική και τις άλλες κρίσεις που αυτό προκαλεί. Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης είναι ζωντανές και ζωτικές. Σε όλα τα επίπεδα, τοπικό, περιφερειακό και διεθνές, αγωνιζόμαστε για να δημιουργήσουμε ένα εναλλακτικό σύστημα βασισμένο στην κοινωνική και οικολογική δικαιοσύνη.



(μετάφραση από τα αγγλικά, Τάσος Πανταζίδης)