Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Προτάσεις του «2ου κύματος» για την οργανωτική αναδιάταξη του ΣΥΡΙΖΑ

Προτάσεις του «2ου κύματος» για την οργανωτική αναδιάταξη του ΣΥΡΙΖΑ


το παρακάτω κείμενο προτείνεται απο το προσωρινό συντονιστικό του 2ου κύματος σαν προσχέδιο συζήτησης και είναι ανοιχτό προς διαμόρφωση

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την πιο σημαντική προσπάθεια ανασύνθεσης της αριστεράς στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Έχει καταφέρει να προκαλέσει μια μεγάλη ανατροπή στα μέχρι σήμερα δεδομένα. Είναι το μόνο ενωτικό εγχείρημα της αριστεράς με μαζική αναφορά και απήχηση. Έχει σημαντική εμπλοκή στους αγώνες της νεολαίας, των τοπικών κοινωνιών, για το περιβάλλον κ.λπ., το γυναικείο ζήτημα, τα θέματα της Υγείας και της Παιδείας, μικρότερη παρέμβαση στα ζητήματα που αφορούν το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα κ.ο.κ. Έχει ελκύσει στις γραμμές του χιλιάδες ανένταχτους αγωνιστές, δημιουργώντας την ελπίδα για μια συνολική ανασύνθεση της ελληνικής αριστεράς. Αναγνωρίζοντας όλα αυτά, οφείλουμε την ίδια στιγμή να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες και τα προβλήματα που εμφανίζει. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και πριν απ’ αυτές τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών δείχνουν τους κινδύνους με τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιμέτωπος.

2. Οφείλουμε να ξεκινήσουμε από την αναγνώριση μιας πραγματικότητας: η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ έχει υποχωρήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σταματήσει να εμπνέει όπως στο πρώτο διάστημα μετά τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές. Αυτό αντανακλάται και στα ποσοστά, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι τα ποσοστά. Είναι η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να δώσει προοπτική, να συσπειρώσει στις γραμμές του και να οργανώσει κόσμο, να αξιοποιήσει τη δυναμική ενέργεια δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών. Αντίθετα, έχουμε ανησυχητικά σημάδια για το αντίθετο: αποσυσπείρωση και αποστράτευση, ιδιαίτερα ανένταχτων. Μια απλή ματιά στην εικόνα των τοπικών συνελεύσεων και στους αριθμούς της τελευταίας πανελλαδικής συνάντησης και στις προεκλογικές συγκεντρώσεις στις φοιτητικές εκλογές επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση. Αυτό αντανακλάται και στα ποσοστά. Από την άλλη, πρέπει να σημειώσουμε την ικανοποιητική εικόνα πολλών προεκλογικών συγκεντρώσεων για τις ευρωεκλογές, παρότι άλλες εμφάνισαν σοβαρές αδυναμίες.

3. Η απλή έκφραση ικανοποίησης για τα ποσοστά των ευρωεκλογών, με τη λογική ότι είναι ένας ακόμη κρίκος σε μια «αλυσίδα» διαρκώς καλύτερων εκλογικών αποτελεσμάτων από το 2004 και ύστερα, στην ουσία αρνείται να τοποθετηθεί για τις αιτίες, δεν επιτρέπει να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τα αίτια, της διαπιστωμένης αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει ένα μαζικό ρεύμα βάσης στην κοινωνία και να κεφαλαιοποιήσει την πολιτική – εκλογική δυναμική μιας προηγούμενης περιόδου. Τείνει να τροφοδοτήσει μια τάση γενικού εφησυχασμού και ωραιοποίησης της πραγματικότητας, όταν αυτό που απαιτείται είναι σοβαρή μελέτη, κριτική εξέταση της όλης πορείας, συμπεράσματα. Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι βέβαια ικανοποιητικό σαν βάση για να βασιστεί το ενωτικό μας εγχείρημα και να χτιστεί μια πολιτική προοπτική, αλλά ταυτόχρονα είναι πασιφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να εκφράσει ηγεμονικά τη δυσαρέσκεια απέναντι στο δικομματισμό, δυνατότητα που σηματοδοτήθηκε από τα υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά μιας προηγούμενης περιόδου. Είναι σωστό να τονίζονται οι αντικειμενικοί παράγοντες που συνέβαλαν σ’ αυτή την αδυναμία, αλλά είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι επέδρασαν καταλυτικά και υποκειμενικές αδυναμίες. Η επισήμανση και ερμηνεία αυτής της πολιτικής αδυναμίας αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της περιόδου και όρο για να χτίσουμε μ ια νέα προοπτική για το εγχείρημά μας.

4. Η αναφορά σ’ αυτή την αδυναμία δεν σημαίνει με κανένα τρόπο υποτίμηση της σημασίας των ποσοστών που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταγράψει στις ευρωεκλογές. Στηριγμένος στο ποσοστό που έχει πάρει, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σήμερα τη δυνατότητα πραγματικά να επιφέρει τεράστιες ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό και την κοινωνία. Η υλοποίηση αυτής της δυνατότητας όμως εξαρτάται από την πολιτική του πορεία την επόμενη περίοδο και από τα οργανωτικά συμπεράσματα στα οποία θα καταλήξει. Η ώρα για την κριτική εξέταση της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ είναι λοιπόν τώρα, καθώς από τη μια οι κίνδυνοι έχουν φανεί καθαρά και από την άλλη η κατάσταση είναι ακόμη αναστρέψιμη.

5. Το κείμενο αυτό δεν φιλοδοξεί να προσφέρει μια ολοκληρωμένη πολιτική ανάλυση για τις αδυναμίες που εμφανίζει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα ούτε και μια ολοκληρωμένη πολιτική αποτίμηση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών, γιατί αυτό παραπέμπει ανάμεσα στα άλλα και σε μια προγραμματική συζήτηση αλλά και σε άλλα, σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση για τα πολιτικά και οργανωτικά ελλείμματα του ΣΥΡΙΖΑ και καταλήγει σε μια σειρά οργανωτικές προτάσεις, καθώς από τα πολιτικά συμπεράσματα προκύπτουν και οργανωτικά. Οι οργανωτικές προτάσεις περιορίζονται στις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν τη δομή και λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι το πιο σημαντικό: αν συμφωνήσουμε στα βασικά, οι λεπτομέρειες μπορούν να συμπληρωθούν στη συνέχεια.

Το πολιτικό πρόβλημα

6. Πάγια θέση του «2ου κύματος» είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αντλήσει κοινωνική δυναμική και να αποτελέσει προωθητική δύναμη για την κοινωνία μόνο μέσα από μια συνεπή αριστερή πολιτική πρόταση στο μαχόμενο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα και στα κινήματα αντίστασης γενικότερα. Η άποψή μας είναι πως αυτό ήταν το βασικό πολιτικό έλλειμμα του ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη περίοδο αλλά και στην προεκλογική εκστρατεία. Το πολιτικό μας στίγμα ήταν «θολό». Τα συνθήματά μας το ίδιο. Σε μια προσπάθεια συμβιβασμού με όλες τις διαφορετικές απόψεις και ρεύματα που κυριαρχούν στον ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα στον ΣΥΝ, το αποτέλεσμα ήταν η προσπάθεια να απευθυνόμαστε σε όλους, πράγμα όμως το οποίο είναι εντελώς ανεπαρκές ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλης κρίσης, όπως σήμερα.

7. Το αίτημα μας για μια ταξική πολιτική η οποία να ξεκινά από τα καθημερινά προβλήματα και να καταλήγει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας αποτελεί, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τη μοναδική διέξοδο για την Αριστερά και τον απαραίτητο όρο για τη μαζικοποίησή της. Δεν αφορά το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι λίγο περισσότερο ή λίγο λιγότερο «καλός», αλλά αφορά το αν θα επιβιώσει σαν αριστερός σχηματισμός ή όχι, αν θα ανταποκριθεί στις ελπίδες και τις προσδοκίες του κόσμου του ή αν θα τις προδώσει, όπως έγινε τόσες φορές με την Αριστερά στο παρελθόν, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η συνεπής πορεία προς τα αριστερά, που μεταφράζεται στη σύνδεση των σημερινών αγώνων με την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, είναι το μεγάλο έλλειμμα του ΣΥΡΙΖΑ.

8. Ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης η αδυναμία της αριστεράς να δώσει πολιτική προοπτική και να οργανώσει αγώνες αφήνει ανοιχτό το έδαφος για περιπλοκές στη συνείδηση με διάφορες μορφές: απογοήτευση, ηττοπάθεια και χαμηλό ηθικό, «αναπαλαίωση» του δικομματικού σκηνικού, ενίσχυση συντηρητικών στοιχείων και νοοτροπιών στην κοινωνία, ακόμα και στα πιο ταξικά–φτωχά-εργατικά στρώματα της κοινωνίας, ακόμα και στη νεολαία. Η κρίση με όλα τα συνεπακόλουθά της και κύρια την ανεργία, στο βαθμό που η αριστερά δεν προτείνει πειστική διέξοδο μάχης, ώστε να δώσει την ώθηση για αγώνες που πάντα περιέχουν ρίσκο, μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση του κινήματος και σε «κοιλιά». Ιδιαίτερα αν έχουν προηγηθεί μεγάλα κινήματα τα οποία δεν είχαν νικηφόρο αποτέλεσμα. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, πως μετά τη νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη, η αριστερά υποχώρησε στους φοιτητικούς χώρους κατά πρωτοφανή ποσοστά (σύγκριση απόλυτου αριθμού ψήφων) στην πρόσφατη ιστορία της.

Η διγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ

9. Σε όλη την προηγούμενη περίοδο το βασικό χαρακτηριστικό του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η διγλωσσία του ή για να είμαστε ακριβείς η ολοκληρωτικά αντιφατική εικόνα προς τα έξω. Τον προηγούμενο Δεκέμβρη οι δύο απόψεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ συγκρούονταν ανοιχτά, με την άποψη της συντηρητικής τάσης του ΣΥΝ («Ανανεωτικοί») να προβάλλεται από τα ΜΜΕ σε βαθμό πρόκλησης. Οι εκπρόσωποι των «Ανανεωτικών» στην πραγματικότητα αποδέχθηκαν το θλιβερό ρόλο που τους ανέθεσε το κατεστημένο ενάντια στη νέα ηγεσία του ΣΥΝ και συνολικά στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι απόψεις υπέρ της κεντροαριστερής διαχείρισης (συνεργασία/συγκυβέρνηση με ΠΑΣΟΚ) που χαρακτηρίζουν τους «Ανανεωτικούς» του ΣΥΝ είχαν την τιμητική τους στα ΜΜΕ, παρότι σε όλες τις διακηρύξεις και τα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν αρνητικές αναφορές σ’ αυτήν. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, που ανήκει στην Ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝ, εξέφραζε συχνά τις θέσεις της δικής του τάσης παρότι οι απόψεις του αποτελούν μειοψηφία όχι μόνο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στο ίδιο του το κόμμα.

10. Η εικόνα αυτή προς τα έξω είναι εξαιρετικά βλαπτική για τον ΣΥΡΙΖΑ: εκεί που δημιούργησε ελπίδες για κάτι νέο, διαφορετικό και ριζοσπαστικό, στην πράξη φαινόταν να μην έχουν αλλάξει και πολλά, φαινόταν να εκπροσωπείται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το ίδιο παλιό και φθαρμένο πολιτικό δυναμικό και χωρίς να έχει να πει πολλά καινούργια πράγματα.

Ο «Δούρειος Ίππος» της κεντροαριστεράς

11. Η καταγγελία της κεντροαριστεράς στα επίσημα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ είναι δεδομένη. Όμως για όσο κόσμο βλέπει τη συνεργασία και τη συνδιοίκηση με το ΠΑΣΟΚ μπροστά στα μάτια του, σε μερικούς δήμους και νομαρχίες αλλά και σε μερικές περιπτώσεις σε κοινωνικούς χώρους και στο συνδικαλιστικό κίνημα, αυτό μεταφράζεται σε διγλωσσία και κοροϊδία και δίνει (ισχυρά) όπλα στους αντιπάλους μας. Συχνά, όπου υπάρχει συνδιοίκηση ΣΥΝ–ΠΑΣΟΚ στην τοπική και νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες για εμπλοκή σε «φαγοπότια» έργων και συμβάσεων. Η διαφθορά και η κακοδιαχείριση είναι αναπόφευκτες όπου υπάρχει συνδιοίκηση με το κατεστημένο, όσο και αν συχνά είναι αδύνατο να αποδειχτεί το ένα ή το άλλο. Για τις τοπικές κοινωνίες αυτό που βλέπουν σαν καθημερινή πρακτική μετρά πολύ περισσότερο από χίλιες διακηρύξεις.

12. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα της στάσης των συνδικαλιστών που τοποθετούνται με τις απόψεις της «ανανεωτικής» πτέρυγας του ΣΥΝ είναι αυτό της ΠΟΣΔΕΠ όπου η ΑΡΜΕ όχι μόνο δρα χωριστά από τη Συσπείρωση αλλά προχώρησε σε συνεργασία με την ΠΑΣΚΕ και τη Δεξιά, ανατρέποντας τη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ στην ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Έτσι μια από τις πιο σημαντικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, προμετωπίδα των αγώνων και του κινήματος της παιδείας, «χάθηκε» και πέρασε στα χέρια του ΠΑΣΟΚικού κατεστημένου. Η εξέλιξη αυτή είχε πολλαπλό αντίκτυπο στην κοινωνία και ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας.

13. Στο συνδικαλιστικό κίνημα εμφανίζεται το πρόβλημα της επίμονης άρνησης τμήματος των συνδικαλιστών του ΣΥΝ να σπάσουν την παραδοσιακή συνεργασία που έχουν με την ΠΑΣΚΕ. Οι απόψεις αυτές καταλήγουν στην ανοιχτή κάλυψη των χρεοκοπημένων ηγετών του συνδικαλιστικού κινήματος, με επιχειρήματα όπως «η ηγεσία της ΓΣΕΕ δεν μπορεί να κάνει περισσότερα από τη στιγμή που δεν αναπτύσσονται κινήματα από τα κάτω». Αυτού του είδους τα επιχειρήματα απαλλάσσουν τις συνδικαλιστικές ηγεσίες από τις ιστορικές τους ευθύνες και φορτώνουν τα προβλήματα (που οι ίδιες σε μεγάλο βαθμό δημιουργούν) στο εργατικό κίνημα. Σαν αποτέλεσμα μπλοκάρουν ή καθιστούν εξαιρετικά δυσκολότερη κάθε σοβαρή παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα.

14. Η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό κίνημα αποτελεί κλειδί για το μέλλον του. Υπάρχει πολιτική αδυναμία στο επίπεδο των προτάσεων και υπάρχει αδυναμία στο επίπεδο των ορίων που θέτει ένα τμήμα των συνδικαλιστών του ΣΥΝ στην παρέμβαση και τη δράση. Ο ρόλος της Αριστεράς απέναντι στο εργατικό κίνημα δεν είναι απλά να «στηρίζει» τις δράσεις του (κρυμμένη πίσω από τη θέση για την «αυτονομία των συνδικάτων») αλλά να το εξοπλίζει πολιτικά με θέσεις και να το προετοιμάζει οργανωτικά για αγώνες όχι στη βάση γενικόλογων και αφηρημένων συνθημάτων αλλά στη βάση συγκεκριμένων προτάσεων και με στόχο πάντα την τελική νικηφόρα έκβαση του κάθε αγώνα. Σ’ αυτό το επίπεδο εντοπίζεται η «αχίλλειος πτέρνα» του ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με άλλους χώρους όπως τα τοπικά κινήματα, το περιβάλλον κ.λπ., όπου υπάρχει σημαντική κινητικότητα, πρωτοβουλίες και δράσεις από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ.

15. Η άρχουσα τάξη, έχοντας εδώ και αρκετό διάστημα και ιδιαίτερα μετά το Δεκέμβρη επιλέξει την κατά μέτωπο επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ, στράφηκε με συνειδητό τρόπο και σε βαθμό υπερβολής στην προβολή της «Ανανεωτικής» τάσης του ΣΥΝ. Η υπερπροβολή των «ανανεωτικών» από τις δυνάμεις του συστήματος είναι σημαντικό «εργαλείο» της επίθεσης ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και εγγράφει δυσοίωνες προοπτικές που συζητιούνται πλατιά στο χώρο μας: την ενδεχόμενη στήριξη ή σύμπραξή τους σε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες κρίσης ή και διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ.

Δύο καθήκοντα

16. Το πρώτο καθήκον είναι έτσι η εμμονή και το ξεκαθάρισμα στο επίπεδο του προγράμματος – ενός προγράμματος που θα ξεκινά από τα άπειρα καθημερινά προβλήματα και αγώνες, μικρούς και μεγάλους και θα τους συνδέει με τον στόχο της αντικαπιταλιστικής πάλης και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Ένα πρόγραμμα που πέρα από λόγια και γραπτά, θα μεταφράζεται και σε ανατροπή των κεντροαριστερών συμβιβασμών στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών, των συνδικάτων και όπου αλλού προκύπτουν.
Ένα σημαντικό βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση έγινε με την κατάθεση των 15 σημείων πάλης του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία ήταν αποτέλεσμα μιας αντιπαράθεσης που κράτησε καιρό μέσα στην κεντρική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το βήμα επιχειρήθηκε να αναιρεθεί από το «πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ», το οποίο με συνοπτικές διαδικασίες έγινε προσπάθεια να περάσει από την κεντρική Γραμματεία και την Πανελλαδική Συνάντηση του Απρίλη.
Το ζήτημα του προγράμματος αποτελεί για το 2ο κύμα θέμα διαρκούς πάλης για την επόμενη περίοδο, ιδιαίτερα καθώς εκκρεμεί η τελική του διαμόρφωση, με την ενσωμάτωση των παρατηρήσεων των ομιλητών/τριών της Πανελλαδικής Σύσκεψης, οι οποίες ήταν μαζικές και είχαν κοινό παρονομαστή τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του προγράμματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

17. Το δεύτερο είναι η οργανωτική αναδιάρθρωση του ΣΥΡΙΖΑ με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέψει τη μαζική ένταξη στις γραμμές του όλων αυτών των χιλιάδων που κοιτάνε προς αυτόν και ελπίζουν απ’ αυτόν. Το οργανωτικό αυτό σκέλος είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα του πολιτικού. Μόνο ένα αριστερό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα όπως αυτό στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να ωθήσει χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες να ενταχτούν στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ για να παλέψουν από τη μια για τα άμεσα κι από την άλλη για τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού – το «όραμα», που ιστορικά αποτελούσε την πιο μεγάλη δύναμη της Αριστεράς. Και μόνο η ενεργή εμπλοκή και ουσιαστική συμμετοχή αυτών των δεκάδων χιλιάδων στις διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ και τους αγώνες μπορεί να προστατεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ από τις πιέσεις του συστήματος που επιδιώκουν την εξώθηση του σε διαρκείς πολιτικούς συμβιβασμούς, καθώς και από τους κάθε λογής καιροσκόπους που θα βιαστούν να επιβιβαστούν στο τρένο του ΣΥΡΙΖΑ όταν νιώσουν πως μπορεί να ικανοποιήσει τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα ιδιοτελή συμφέροντά τους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τους ανιδιοτελείς αγωνιστές που υπάρχουν μαζικά μέσα στην κοινωνία για να στείλει το μήνυμά του σε κάθε γωνιά και για να είναι το μήνυμά του άπειρα ισχυρότερο από τη βρώμικη προπαγάνδα των ΜΜΕ. Αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να προστατέψουν τον ΣΥΡΙΖΑ και να διασφαλίσουν την αριστερή-αντικαπιταλιστική του πορεία. Για να τους «βρει» ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να τους προσφέρει ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα και το πολιτικό πρόγραμμα που θα τους δώσει προοπτική. Και στη συνέχεια θα πρέπει να ανοίξει τις γραμμές του σ’ αυτό τον κόσμο και να τους παράσχει ουσιαστικό λόγο και ρόλο. Για να το κάνει αυτό, θα πρέπει να προσαρμόσει ανάλογα τις οργανωτικές δομές και τη λειτουργία του με τρόπο αποφασιστικό.

Ζητήματα δημοκρατίας

18. Υπάρχει ακόμα ένα κεφαλαιώδες ζήτημα: η πολιτική και οργανωτική αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει (αναπόφευκτα) να μετατρέπεται σε σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας το οποίο διαπερνά το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ, ξεκινώντας από την κεντρική Γραμματεία. Η «βάση» του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα δεν έχει κανένα λόγο. Κατά κανόνα ποτέ δεν ξέρει τι συζητάει η Γραμματεία, τι γίνεται σ’ αυτή, ποιες είναι οι διαφορετικές απόψεις κ.λπ. Η κεντρική Γραμματεία μετατρέπεται έτσι σε ένα όργανο εντελώς απόμακρο και ανεξέλεγκτο από τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεκομμένο από τις ανάγκες του. Η γραφειοκρατική απαίτηση να μη γίνεται τίποτα αν πρώτα δεν αποφασιστεί από τη Γραμματεία γίνεται κυρίαρχη.

19. Η Γραμματεία είναι ένα όργανο το οποίο «ελέγχεται» υποτίθεται από τις συνιστώσες και αρκετούς «ανένταχτους» αγωνιστές, αλλά στην πραγματικότητα ούτε αυτό ισχύει. Στο πέρασμα του χρόνου όμως έχει διαμορφωθεί μια μικρή άτυπη «συντονιστική» ομάδα η οποία αποφασίζει για όλα τα σημαντικά ζητήματα και στη συνέχεια προσπαθεί να επιβάλει με έντονες πιέσεις την «απόφασή» της ακόμα και αν η πλειοψηφία των μελών της Γραμματείας διαφωνεί. Σε κορυφαία ιδιαίτερα ζητήματα, κάθε διαφορετική και κριτική φωνή αντιμετωπίζεται με όρους «πολεμικής αναμέτρησης».

20. Το θέμα αυτό προκάλεσε σοβαρές κρίσεις στη λειτουργία της Γραμματείας, με εξαιρετικά έντονες αντιπαραθέσεις στη διάρκεια των προηγούμενων μηνών, γύρω από τα θέματα της εναλλαγής του συντονιστή και του ευρωψηφοδελτίου. Στην πρώτη περίπτωση η πλειοψηφία των μελών της Γραμματείας επέμενε στην εφαρμογή της απόφασης της Πανελλαδικής Συνάντησης του 2008 για εναλλαγή του συντονιστή αλλά χρειάστηκε ενάμισης χρόνος για να γίνουν κάποια μισά βήματα στην κατεύθυνση αυτή. Στη δεύτερη η πλειοψηφία της Γραμματείας βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων και αναγκάστηκε να αποδεχτεί αποφάσεις οι οποίες είχαν παρθεί είτε παρασκηνιακά είτε εκτός διαδικασιών ΣΥΡΙΖΑ (συνέδριο ΣΥΝ, ανεπίσημες διμερείς συναντήσεις).

21. Το 2ο κύμα απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο θέσεις απόψεις και προτάσεις που αποδίδουν σε άτομα, σε «κεντρικές επιτροπές» και ηγετικά «συντονιστικά» το ρόλο των αδιαμφισβήτητων και αλάνθαστων ηγετών και στην υποχρέωση της βάσης να υπακούει στις αποφάσεις τους. Για μας η εσωτερική δημοκρατία δεν είναι λόγια αλλά ουσία, απαραίτητη για το χτίσιμο μαζικών οργανώσεων της Αριστεράς. Ο έλεγχος της ηγεσίας είναι κάτι αδιαπραγμάτευτο. Η παροχή ολοκληρωμένης πληροφόρησης στη βάση ώστε να έχει γνώση, είναι απαραίτητο στοιχείο της δημοκρατίας. Η παροχή, γενικά, των μέσων (υλικού, διαφορετικών απόψεων, χρόνου κ.λπ.) στη «βάση» του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να μπορεί να διαμορφώσει άποψη και να καθορίζει τις αποφάσεις αποτελεί κορυφαία ανάγκη. Ιδιαίτερα μετά την τραγική εμπειρία των μονοκομματικών δικτατορικών καθεστώτων στην ΕΣΣΔ, την Αν. Ευρώπη και την Κίνα, το ζήτημα της δημοκρατίας αποκτά αδιαμφισβήτητη και κρίσιμη σημασία για το μαζικό κίνημα, πλατιά. Η Αριστερά ιστορικά έχει πληρώσει με πολύ βαριές ήττες την ανυπαρξία εσωτερικής δημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται δημοκρατία όχι στα λόγια αλλά στην πράξη, όχι στον τύπο αλλά στην ουσία. Χωρίς αυτή τη δημοκρατία, είναι καταδικασμένος.

Η βασική οργανωτική πρόταση

22. Με βάση όλα τα πιο πάνω η οργανωτική πρόταση που καταθέτουμε είναι ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν ομοσπονδιακό, πολυτασικό φορέα, με μέλη, είτε αυτά ανήκουν σε συνιστώσες είτε όχι, τα οποία να έχουν αποφασιστικό λόγο στις διαδικασίες και στον έλεγχο των ηγετικών οργάνων. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διασφαλίζει δύο στοιχεία ταυτόχρονα: Από τη μια τα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά και από την άλλη την ύπαρξη ζωντανών οργανώσεων βάσης καθώς και ζωντανών κλαδικών οργανώσεων και θεματικών επιτροπών, με ουσιαστικές αρμοδιότητες και αποφασιστικό λόγο και ρόλο. Ταυτόχρονα θα πρέπει να διασφαλίζεται και να διευκολύνεται ο έλεγχος της «βάσης» στα «ηγετικά όργανα» μέσα από τη θεσμοθέτηση σειράς μέτρων και κανόνων.

Το βασικό αντεπιχείρημα

23. Το βασικό αντεπιχείρημα που ακούσαμε στην μέχρι τώρα συζήτηση για τον οργανωτικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι «δεν υπάρχει πρόταση». Αυτό δεν ισχύει, καθώς προτάσεις πάνω στο θέμα έχουν ήδη τεθεί στο τραπέζι από συνιστώσες και ανένταχτους και μπορεί να αποτελέσουν βάση για συζήτηση. Αλλά, το πιο σημαντικό, υπάρχει μια διεθνής εμπειρία την οποία οι σ. που διαφωνούν επιλέγουν να αγνοούν. Στη διάρκεια της τρέχουσας και της προηγούμενης δεκαετίας δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη και διεθνώς μια σειρά από νέοι σχηματισμοί της Αριστεράς, κάποιοι από τους οποίους αποδείχτηκαν βραχύβιοι, αλλά κάποιοι υπάρχουν και παίζουν ρόλο μέχρι σήμερα. Όλοι αυτοί οι σχηματισμοί έχουν ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: συνδυάζουν το δικαίωμα του μέλους με το δικαίωμα διαφορετικών τάσεων και συνιστωσών να υπάρχουν στο εσωτερικό τους και να έχουν και τη δική τους ανεξάρτητη παρέμβαση στην κοινωνία. Παραδείγματα που συνδυάζουν την ομοσπονδιακή συγκρότηση με τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, είναι το Μπλόκο της Αριστεράς στην Πορτογαλία και το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα στη Γαλλία. Άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί της αριστεράς (που δεν ανήκουν στο χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς) με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά είναι η Κομμουνιστική Επανίδρυση στην Ιταλία, το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην Ολλανδία, κλπ. Το P-SOL στη Βραζιλία είναι επίσης ένας νέος αριστερός σχηματισμός με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά. Μπορούμε να αναφέρουμε και άλλα παραδείγματα από απόπειρες μικρότερης εμβέλειας ή που εμφάνισαν σοβαρά προβλήματα στην πορεία τους, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκοτίας, το Respect στη Βρετανία κλπ, ή το CAP στο Βέλγιο, που από την άποψη του οργανωτικού μοντέλου συγκρότησης είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά. Νέες προσπάθειες πάνω σε παρόμοιες γραμμές γίνονται αυτή την περίοδο στο Βέλγιο και τη Σουηδία, ενώ στη Βρετανία επιχειρείται η δημιουργία νέου σχηματισμού μέσα από τη δραστηριοποίηση τμημάτων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η αναφορά στους σχηματισμούς αυτούς δεν σημαίνει και συμφωνία με τις πολιτικές τους επιλογές! Δεν συζητάμε εδώ την υποταγή της Κ. Επανίδρυσης στην κεντροαριστερά, ή τις αντίστοιχες ανησυχίες που έχουμε για την πορεία του «Αριστερού Κόμματος» στη Γερμανία. Αυτό που συζητάμε είναι την οργανωτική τους δομή η οποία, παρά τις διαφορές από περίπτωση σε περίπτωση, έχει το κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι ομοσπονδιακού-πολυτασικού τύπου και βασίζεται στην ιδιότητα του μέλους. Επίσης, η αναφορά στα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά των σχηματισμών αυτών δεν σημαίνει πως είναι όλα χωρίς ψεγάδι ούτε πως δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους. Η ουσία όμως είναι να μην χανόμαστε στις λεπτομέρειες των συγκεκριμένων οργανωτικών δομών του ενός ή του άλλου τύπου. Η ουσία είναι ο κοινός παρονομαστής: η ομοσπονδιακή – πολυτασική δομή που βασίζεται στην ιδιότητα του μέλους με πλήρη δικαιώματα. Οι σ. που υποστηρίζουν ότι ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε παρόμοιες γραμμές είναι αδύνατος, ας μας εξηγήσουν γιατί αυτό που συμβαίνει σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο σαν γενική τάση είναι αδύνατο να υπάρξει στην Ελλάδα.

Ομοσπονδιακή δομή

24. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποκτήσει ομοσπονδιακή οργανωτική δομή, η οποία να εξασφαλίζει «δικαιώματα» και πολιτική ισοτιμία στους/στις ανένταχτους/ες, το δικαίωμα στις υπάρχουσες συνιστώσες (κόμματα και οργανώσεις) να διατηρήσουν την πολιτικοϊδεολογική και οργανωτική τους αυτονομία και ιδιαίτερη ταυτότητα και φυσικά την πλήρη ελευθερία σχηματισμού τάσεων, ρευμάτων ή και νέων οργανώσεων στο εσωτερικό του. Μια τέτοια δομή, με δικαίωμα συμμετοχής σε άτομα και οργανώσεις, με τα δικαιώματα και την ισοτιμία των ατόμων και των οργανώσεων διασφαλισμένα, με τα δικαιώματα της πλειοψηφίας αλλά και των μειοψηφιών διασφαλισμένα και χωρίς τη δυνατότητα «καπελωμάτων», θα είναι ευεργετική για το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ, την Αριστερά και τα κινήματα.

25. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να μετατραπεί, με τα σημερινά δεδομένα σε ενιαίο πολιτικό φορέα/κόμμα, αλλά ούτε χρειάζεται κάτι τέτοιο. Η παρουσία οργανωμένων τάσεων, ρευμάτων και ξεχωριστών συνιστωσών στα πλαίσια ενός πολιτικού μορφώματος όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί καθαυτό πρόβλημα. Αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει θετικά, να αναδείξει τον πλούτο και τα πλεονεκτήματα της συνύπαρξης της Αριστεράς κόντρα στην πολυδιάσπαση που τη χαρακτηρίζει και να παίξει καταλυτικό ρόλο για διεργασίες στην υπόλοιπη Αριστερά.

26. Μ’ αυτή την έννοια, το πρώτο το οποίο ξεκαθαρίζει η πρόταση του «2ου κύματος» είναι ότι δεν απειλεί την αυτονομία των συνιστωσών, από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη. Διασφαλίζει την απόλυτη και χωρίς όρους ιδεολογική και πολιτική ανεξαρτησία και ελευθερία δράσης της κάθε συνιστώσας. Όχι μόνο στο κεντρικό πολιτικό αλλά και στο επίπεδο των κοινωνικών χώρων (σχήματα ή παρατάξεις στον συνδικαλιστικό ή νεολαιίστικο χώρο) τα μαζικά σχήματα παρέμβασης του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν και πρέπει να έχουν ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Το «2ο κύμα» απορρίπτει κάθε πίεση σε συνιστώσες να «αυτοδιαλυθούν», σε οποιοδήποτε επίπεδο, αν δεν το επιλέγουν οι ίδιες ελεύθερα και αυτόβουλα.

27. Το ζητούμενο συνεπώς δεν είναι να διαλυθούν οι συνιστώσες αλλά να σπάσει ο σημερινός ασφυκτικός έλεγχος των συνιστωσών που εμποδίζει την εισροή, ελεύθερα και μαζικά, «ανένταχτου» κόσμου, κόσμου που δεν θέλει να ενταχθεί σε καμία από τις υπάρχουσες συνιστώσες και που αποτελεί την πραγματική κοινωνική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ.

28. Η δομή και λειτουργία του «νέου» ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι «ανένταχτοι/ες» μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καπελώνονται από τις συνιστώσες, οι οποίες εύκολα μπορούν να κυριαρχούν στις συζητήσεις και με την άσκηση του «βέτο» να κλείνουν το δρόμο σε κάθε πρωτοβουλία των ανένταχτων. Αυτό πρέπει να διασφαλιστεί πάνω απ’ όλα. Οι μικρότερες (του ΣΥΝ) συνιστώσες καθώς και οι «ανένταχτοι/ες» μέλη του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να νιώθουν την ασφάλεια ότι δεν θα μετατραπούν σε δορυφόρους της μεγάλης συνιστώσας (του ΣΥΝ). Και αυτό είναι κρίσιμα απαραίτητο.

29. Όλα αυτά μεταφράζονται, υποχρεωτικά, σε «παραχωρήσεις» που πρέπει να γίνουν από (όλες) τις συνιστώσες προς τους «ανένταχτους» κι από τον ΣΥΝ προς τις μικρότερες συνιστώσες, μέσα από ένα «καθεστώς» ποσοστώσεων. Τις πιο μεγάλες παραχωρήσεις θα πρέπει υποχρεωτικά να τις κάνει η μεγαλύτερη συνιστώσα, ακριβώς επειδή αυτή έχει την δυνατότητα να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά στο όλο σχήμα. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει με επαρκή δημοκρατία και επαρκή ισοτιμία ένα ομοσπονδιακό σχήμα. Σε αντιστάθμισμα με τις «παραχωρήσεις» αυτές από τη μεριά των συνιστωσών, ιδιαίτερα της μεγαλύτερης, κατοχυρώνεται η πλήρης ανεξαρτησία τους, ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις διαφωνίας τους με τον υπόλοιπο ΣΥΡΙΖΑ.

30. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η δομή που προτείνουμε είναι μια ιδιότυπη ομοσπονδιακή δομή, με το δικαίωμα συμμετοχής σε άτομα και οργανώσεις, με τα δικαιώματα των οργανώσεων αλλά και των ατόμων διασφαλισμένα, με τα δικαιώματα της πλειοψηφίας αλλά και των μειοψηφιών διασφαλισμένα και χωρίς τη δυνατότητα καπελωμάτων.

Τοπικές οργανώσεις – κλαδικές /θεματικές

31. Οι τοπικές και κλαδικές οργανώσεις καθώς και οι θεματικές επιτροπές αποτελούν το κύτταρο της πολιτικής δράσης του ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο ευθύνης τους. Δεν αποτελούν απλά «παραρτήματα» του «κεντρικού» ΣΥΡΙΖΑ. Η σημασία και ο ρόλος των «κυττάρων» αυτών αναγνωρίζεται κατά κόρον στα λόγια και στα γραπτά των αριστερών οργανώσεων και κομμάτων αλλά στην πράξη ο ρόλος τους υποβαθμίζεται σε εκτελεστές των αποφάσεων των κεντρικών οργάνων και σε «αφισοκολλητές». Αυτό πρέπει να αλλάξει ριζικά στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ.

32. Οι τοπικές και κλαδικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και οι θεματικές επιτροπές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν για ό,τι τις αφορά χωρίς την αναγκαστική παρουσία των κεντρικών στελεχών και χωρίς την υποχρέωση των οργανώσεων να αποδέχονται την άποψη του κέντρου σαν αδιαμφισβήτητη.

33. Οι τοπικές και κλαδικές/θεματικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα και να παίρνουν θέσεις και για τα τοπικά ζητήματα και για τα κεντρικά να αποφασίζουν για εκστρατείες και δράσεις που αφορούν το χώρο ευθύνης τους και να παρεμβαίνουν με τις αποφάσεις τους στη συζήτηση ζητημάτων που αφορούν το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. πρόγραμμα). Θα πρέπει να απολαμβάνουν μεγάλης αυτονομίας για να μπορούν να παίρνουν πρωτοβουλίες τις οποίες είναι αδύνατο (και λανθασμένο, αν ήταν δυνατό) να συλλάβει κάποιος κεντρικός «εγκέφαλος». Θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επεξεργασίας πολιτικών προτάσεων τις οποίες να καταθέτουν στο πλαίσιο της συλλογικής προσπάθειας, έτσι ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να καταλήξει στις πιο πλήρεις και ολοκληρωμένες πολιτικές θέσεις, τακτικές και δράσεις.

Γενική Συνέλευση τοπικής οργάνωσης

34. Η γενική συνέλευση αποτελεί κυρίαρχο όργανο σε τοπικό επίπεδο. Εκλέγει και ελέγχει την τοπική επιτροπή, ανακαλεί και αντικαθιστά όσα μέλη της δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στα καθήκοντά τους, παίρνει πρωτοβουλίες και αποφάσεις. Σήμερα ο ρόλος της είναι συμβολικός, καθώς δεν έχει καμία δυνατότητα να πάρει οποιαδήποτε απόφαση – η δομή του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιτρέπει στη γενική συνέλευση να ψηφίσει ή να αποφασίσει. Αυτό πρέπει να αλλάξει, για να μπορέσει η έννοια της τοπικής οργάνωσης να αποκτήσει περιεχόμενο και ουσία. Οι διαδικασίες απόφασης (δηλαδή ψηφοφορίας) στη Γενική Συνέλευση της τοπικής οργάνωσης δεν είναι απλές καθώς αν αυτές παίρνονται με απλή πλειοψηφία, υπάρχει κίνδυνος να αποτελούν πάντα αποφάσεις της μεγαλύτερης συνιστώσας. Γι’ αυτό χρειάζεται ειδική διαδικασία (ειδική ή ενισχυμένη πλειοψηφία) ψηφοφορίας στη γενική συνέλευση της τοπικής οργάνωσης, όπως αναπτύσσεται πιο κάτω.

Οικονομικά

35. Για να μπορούν να γίνουν όλα τα πιο πάνω, μια από τις απαραίτητης προϋποθέσεις είναι οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ να έχουν τους απαραίτητους κοινωνικούς πόρους. Η σημερινή εικόνα, όπου τα οικονομικά του ΣΥΡΙΖΑ μοιράζονται αποκλειστικά στις συνιστώσες του, πρέπει να τερματιστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τη χρηματοδότηση των συνιστωσών του, θα πρέπει να έχει οικονομική αυτοτέλεια σαν ΣΥΡΙΖΑ, που να του επιτρέπει σοβαρές πρωτοβουλίες σε κεντρικό επίπεδο (γραφεία, έντυπο, επαγγελματίες ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.) καθώς και σε επίπεδο τοπικών οργανώσεων, που θα διασφαλίζεται από τη δέσμευση ενός ποσοστού της κρατικής χρηματοδότησης, μαζί με ένα αντίστοιχο ποσοστό από τις αποζημιώσεις βουλευτών και ευρωβουλευτών. Το ποσό αυτό να μοιράζεται στα κεντρικά γραφεία στις νομαρχιακές και τοπικές οργανώσεις, προκειμένου να υλοποιούν τις δράσεις τους.

ΜΜΕ

36. Να αλλάξει το καθεστώς εκπροσώπησης στα ΜΜΕ και να συσταθεί ένα πολυτασικό Γραφείο Τύπου με ουσιαστικές αρμοδιότητες και πολιτική ισχύ, το οποίο θα καθορίζει και θα ελέγχει τους προς τα έξω εκπροσώπους. Να υπάρχει εναλλαγή προσώπων. Να διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα ένα δημοσιογραφικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποσοστώσεις

37. Για να διασφαλιστεί η πολιτική ισοτιμία των ανένταχτων αλλά και η βαρύνουσα συμμετοχή τους σε μια τέτοια ομοσπονδιακή δομή, θα πρέπει να καθιερωθεί ισχυρή ποσόστωση συμμετοχής ανένταχτων σε όλες τις εκλεγμένες θέσεις ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα (από τα τοπικά συντονιστικά μέχρι τη Γραμματεία). Προτείνουμε το 50% για λόγους ουσίας αλλά και πολιτικού συμβολισμού, με την κατανόηση ότι αυτό αποτελεί στόχο μάχης και προοπτική, Το υπόλοιπο 50% θα πρέπει να μοιραστεί ανάμεσα στις συνιστώσες, με κριτήριο την «τάση για ισοτιμία» και χωρίς καμία από αυτές να διαθέτει πάνω από ένα εύλογο ποσοστό (προτείνουμε το 25% σαν μέγιστο όριο).

38. Αυτά μεταφράζονται, στην πράξη, σε 25% για τον ΣΥΝ, 25% για τις υπόλοιπες συνιστώσες πλην του ΣΥΝ (σε ισότιμη βάση) και 50% στους ανένταχτους. Προτείνουμε με άλλα λόγια την εφαρμογή ενός συστήματος «θετικών διακρίσεων» πρώτον υπέρ των ανένταχτων και σε βάρος των συνιστωσών και δεύτερον υπέρ των «μικρών» συνιστωσών και εις βάρος της μεγάλης συνιστώσας (του ΣΥΝ). Τα συγκεκριμένα ποσοστά μπορούν να συζητηθούν. Προφανώς η εφαρμογή τέτοιου τύπου ποσοστών στην πράξη δεν θα μπορεί να είναι απόλυτη, ιδιαίτερα σε τοπικές και νομαρχιακές επιτροπές μικρών πόλεων και νομών, αλλά γενικός μπούσουλας και κατεύθυνση. Πρέπει όμως να εφαρμόζεται με συνέπεια όσον αφορά Συντονιστικές Επιτροπές μεγάλων πόλεων και φυσικά στην πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή και την κεντρική Γραμματεία.

39. Επίσης, θα πρέπει να καθιερωθεί ποσόστωση γυναικών στα συντονιστικά όργανα (π.χ. 35%) σαν πρώτο βήμα, με δηλωμένο στόχο και προοπτική να κατακτηθεί ισότιμη συμμετοχή (50 – 50) των φύλων στην πράξη και χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγουμε στη χρήση τέτοιων θετικών διακρίσεων. Η σημερινή καταθλιπτική κυριαρχία των ανδρών σε όλες τις κορυφαίες θέσεις ευθύνης είναι απαράδεκτη, δεν μπορεί να συνεχιστεί και πρέπει να αρχίσει να αλλάζει με αποφασιστικά βήματα.

Εναλλαγή

40. Η κουλτούρα της εναλλαγής στις θέσεις ευθύνης πρέπει να αποτελέσει στο εξής απαράβατο κανόνα λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ. Η εναλλαγή προτείνεται για να διασφαλίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χρησιμοποιείται είτε από άτομα είτε από συνιστώσες για την εξασφάλιση δικών τους πλεονεκτημάτων. Προτείνουμε μέγιστο διάστημα παραμονής σε θέσεις ευθύνης/συντονισμού/δημόσιας εκπροσώπησης, 6 μηνών. Η εναλλαγή διαπερνά την δομή του ΣΥΡΙΖΑ από πάνω μέχρι κάτω (Κεντρική Γραμματεία, Γραφείο Τύπου, εκλόγιμες θέσεις βουλευτών και ευρωβουλευτών, Νομαρχιακές Γραμματείες, τοπικές και κλαδικές/θεματικές συντονιστικές επιτροπές).

Ανακλητότητα

41. Εξίσου σημαντική είναι η κουλτούρα της ανακλητότητας όλων των εκλεγμένων μελών των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ: τα σώματα που εκλέγουν (η πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή τη Γραμματεία, οι Τοπικές Συνελεύσεις τις τοπικές Συντονιστικές Επιτροπές, οι Πανελλαδικές Θεματικές τις Συντονιστικές τους Επιτροπές κ.λπ.) μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσουν οποιοδήποτε μέλος των οργάνων.

Υπαγωγή του κοινοβουλευτικού έργου σε συλλογικό έλεγχο

42. Χρειάζεται παρακολούθηση και έλεγχος του έργου των βουλευτών και ευρωβουλευτών και υπαγωγή τους σε συλλογικές διαδικασίες.

43. Η «βάση» θα πρέπει να έχει αποφασιστικό λόγο στην ανάδειξη των υποψηφίων και θα πρέπει να υπάρχουν διαδικασίες εναλλαγής, ελέγχου και ανάκλησης των βουλευτών.

44. Τα θέματα της εναλλαγής, της ανακλητότητας και του ελέγχου σε όλα τα επίπεδα των οργάνων και των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ χρήζουν πιο λεπτομερούς εξέτασης. Κάποιες από τις σχετικές προτάσεις μπορεί να σκοντάφτουν όχι μόνο σε πρακτικά εμπόδια και σε πολιτικές αντιλήψεις αλλά ακόμα και σε νομικά και συνταγματικά πλαίσια (σ’ ό,τι αφορά βουλευτές και ευρωβουλευτές). Αυτό που προέχει όμως είναι η πολιτική σημασία της αποδοχής των σχετικών προτάσεων. Στη συνέχεια θα δούμε το θέμα των λεπτομερειών.

Συναίνεση και ειδικές πλειοψηφίες

45. Στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων θα πρέπει να εξαντλείται η δυνατότητα απόφασης με συναίνεση, αλλά στις περιπτώσεις που αυτό δεν εξασφαλίζεται, οι αποφάσεις θα παίρνονται με σύστημα απλής ή ενισχυμένης πλειοψηφίας ανάλογα με την περίπτωση.

46. Σε όλα τα εκλεγμένα όργανα, όπως είναι οι τοπικές Συντονιστικές Επιτροπές, οι νομαρχιακές Γραμματείες, η κεντρική Γραμματεία, η ΠΣΕ και το Συνέδριο, όπου θα υπάρχει σύστημα αντιπροσώπευσης με βάση ποσοστώσεις, οι αποφάσεις μπορούν να παίρνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία ²/3 για μείζονος σημασίας θέματα (πχ πρόγραμμα, πολιτικές συμμαχίες, κλπ) και με απλή πλειοψηφία σε όλα τα υπόλοιπα. Με το δικαίωμα των μειοψηφιών κατοχυρωμένο, κάθε μειοψηφούσα άποψη θα είναι στη διάθεση των μελών και των τοπικών οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ για να τη μελετήσουν και να πάρουν θέση, αν επιθυμούν.

47. Η περίπτωση της Γενικής Συνέλευσης της τοπικής οργάνωσης είναι διαφορετική, καθώς εδώ αν οι αποφάσεις παίρνονται με απλή πλειοψηφία υπάρχει κίνδυνος να καταλήγουν να αποτελούν αποφάσεις της μεγαλύτερης συνιστώσας (ΣΥΝ). Γι’ αυτό εδώ απαιτείται μια ειδική πλειοψηφία η οποία είτε θα είναι ενισχυμένη (π.χ. 75%) είτε θα απαιτεί το 50% των ανένταχτων παρόντων και το 50% των συνιστωσών. Το θέμα των λεπτομερειών και της ακριβούς μορφής της ενισχυμένης πλειοψηφίας μπορεί να συζητηθεί στην επόμενη φάση της προσπάθειάς μας, στη βάση και της εμπειρίας που θα έχει αποκτηθεί.

Κεντρικά και περιφερειακά όργανα

48. Καθιερώνεται η διεξαγωγή συνεδρίου ανά διετία. Αποτελείται από εκλεγμένους αντιπροσώπους, παίρνει αποφάσεις για τα βασικά πολιτικά ζητήματα της περιόδου και για τα καθήκοντα, εκλέγει την Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή (ΠΣΕ) η οποία εκλέγει την κεντρική Γραμματεία.

49. Η Πανελλαδική Συνάντηση γίνεται κάθε χρόνο και αποκτά χαρακτηριστικά αποφασιστικού οργάνου. Αποτελείται από την Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή, τις νομαρχιακές, τοπικές και κλαδικές/θεματικές Επιτροπές που έχουν και την αποφασιστική ψήφο. Είναι όμως ανοιχτή σε όλους και όλοι έχουν το δικαίωμα της τοποθέτησης και κατάθεσης απόψεων.

50. Η ΠΣΕ συνεδριάζει τουλάχιστο δύο φορές το χρόνο ανάμεσα στο Συνέδριο και την ΠΣ.