Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Κείμενο συμβολής των δυνάμεων της ΑΝΑΣΑ


Κείμενο συμβολής των δυνάμεων της ΑΝΑΣΑ 
στη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ
(13-14 Απριλίου 2013)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ
Η κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και η εφαρμογή της πολιτικής των μνημονίων έχουν οδηγήσει σε μια πρωτοφανή κοινωνική και ταξική πόλωση που εντείνεται. Βασικό της χαρακτηριστικό, η εξόντωση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά και η περιθωριοποίηση και φτωχοποίηση της μεγάλης πλειονότητας των μεσαίων στρωμάτων και ως εκ τούτου η πολυδιάσπαση, μέχρι εξαφάνισης στο πολιτικό πεδίο, του παραδοσιακού χώρου του λεγόμενου Κέντρου. 
Ως αποτέλεσμα της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, τα ανώτερα τμήματα των μεσαίων τάξεων, βρήκαν ήδη πολιτική έκφραση στα κόμματα των μνημονίων. Τα κατώτερα, οδηγούμενα στο κοινωνικό περιθώριο, είτε γοητεύθηκαν από τις ρατσιστικές «αντισυστημικές» ιδέες της Χρυσής Αυγής είτε, στην πλειονότητά τους, ανακαλύπτουν την αριστερά και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ. 
Δημιουργείται έτσι ένας ιδιόμορφος δικομματισμός, ποιοτικά διαφορετικός από αυτόν του παρελθόντος, με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά. Η αριστερά, η δική μας αριστερά, δεν είναι πλέον μια συμπληρωματική δύναμη, αλλά ένας από τους δύο ισχυρούς πόλους του νέου πολιτικού συστήματος. Το γεγονός αυτό ανοίγει νέους, ιστορικούς δρόμους και δυνατότητες, ταυτόχρονα όμως εμπεριέχει και κινδύνους. 
Το πολιτικό κέντρο, βασικά οι διάφορες εκδοχές της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, έχουν ήδη προσχωρήσει στο αστικό μπλοκ εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη ανάμεσα στις κυρίαρχες δυνάμεις αναπτύσσονται απόψεις που αναζητούν τη συγκρότηση ενός νέου ενιαίου, «ευρωπαϊκού» κόμματος, που να απαρτίζεται αν όχι από όλα, τουλάχιστον από τα βασικά κόμματα της σημερινής συγκυβέρνησης. Το ζήτημα, της πολιτικής εκπροσώπησης των μεσαίων τάξεων και των μετριοπαθών του άλλοτε κέντρου, τίθεται ήδη και στο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που το θέμα έχει εμφανισθεί όχι με όρους κοινωνικούς άλλα με όρους πολιτικούς και μάλιστα από τον παράδρομο της πολιτικής των συμμαχιών.

Η αντίληψη ότι πρέπει να δημιουργηθεί το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο θα αναβιώσει το πολιτικό κέντρο προκειμένου να αποφευχθεί η κοινωνική πόλωση που οδηγεί σε οριακή και διχαστική σύγκρουση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά, έχει ως αποτέλεσμα πολιτικοί εκπρόσωποι της σοσιαλδημοκρατίας, ένοχοι εν πολλοίς για την καταστροφική πολιτική μνημονίων, να αναγορεύονται σήμερα σε εκπρόσωπους των μεσαίων τάξεων και του πολιτικού Κέντρου. Το λάθος αυτής της εκτίμησης είναι η υποτίμηση του γεγονότος ότι η χώρα βιώνει μια παρατεταμένη οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση από την οποία αναζητείται άμεση διέξοδος. Και η κοινωνία δείχνει να την αναζητά από την αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν πρόκειται, αν μείνουμε συνεπείς στις θέσεις μας, να αποφύγουμε την αντιπαράθεση ακόμα και τη σύγκρουση με τις δυνάμεις της συντήρησης. Το ζήτημα είναι η αριστερά αυτή τη φορά να νικησει. 
Η εκλογική αποτυχία κομμάτων που αποπειράθηκαν να αναβιώσουν την παλιά σοσιαλδημοκρατία είναι ενδεικτική. Το πολιτικό κέντρο βρίσκεται σήμερα σε φάση αποσύνθεσης. Το ζήτημα είναι προς όφελος ποιου θα γίνει τελικά η αναπόφευκτη μετάλλαξη. Προς όφελος της δεξιάς ή προς όφελος, όπως εμείς φιλοδοξούμε, της αριστεράς; Αν εμείς δεν δώσουμε προοπτικές, δεν δείξουμε έναν άλλο δρόμο στα καταστραμμένα πλέον μεσαία και μικροαστικά στρώματα τότε καιροφυλακτεί, όπως έχει αποδείξει και η ιστορική πείρα, η φασιστική, δήθεν αντισυστημική ακροδεξιά. 
Στην ουσία, το πολιτικό Κέντρο, όπως το γνωρίσαμε τη μεταπολιτευτική περίοδο, μέσα στις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί πλέον να υπάρξει. Είναι σαν το Τρίγωνο των Βερμούδων. Όποιος μπαίνει σε αυτό, είτε μόνος του είτε με συμμαχίες, είναι καταδικασμένος να αποτύχει, ίσως και να εξαφανιστεί. 
Επιπλέον, πολιτικά κόμματα, όπως για παράδειγμα οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, παρά την αντιμημονιακή τους ρητορική, έχουν πολιτική πάνω σε βασικά θέματα εξωτερικής πολιτικής, οικονομικά και κοινωνικά που βρίσκεται στον αντίποδα της δικής μας. Τέλος, ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ένα ποσοστό περίπου 30%, εκφράζοντας τη δυσπιστία του για το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα, παραμένει ακόμα και σήμερα στο λευκό και στο άκυρο. Είναι ένα τμήμα της κοινωνίας που πρέπει και μπορούμε να κερδίσουμε.


EΠΙΜΟΝΗ ΣΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΝΙΚΗΦΟΡΑ ΤΑΚΤΙΚΗ
Η αντίληψη ότι το σύνθημα της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» ενώ ήταν αυτό που μας εκτόξευσε από το 4% στο 17% στις εκλογές του Μαϊου, ήταν τελικά μια από τις αιτίες που στις εκλογές του Ιουνίου, μας στέρησε το επιθυμητό αποτέλεσμα, υποτιμά το μέγεθος των αντιδράσεων του συστήματος εξουσίας σε Ελλάδα και Ευρώπη οι οποίες, σε συνδυασμό με την πολιτική των ηγετικών ομάδων κυρίως της ΔΗΜΑΡ αλλά και του ΚΚΕ, επέτρεψαν τον σχηματισμό της κυβέρνησης Σαμαρά. 
Το ευρωπαϊκό και εγχώριο σύστημα εξουσίας δεν ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ότι το πειραματόζωο μπορούσε να μετατραπεί σε υπόδειγμα ανατροπής και πιθανώς σημείο αναφοράς για όλους τους εργαζόμενους της Ευρώπης. Αυτό ενίσχυσε ένα υπαρκτό φόβο. Τον φόβο μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης με το σύνολο των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρώπης, με επικεφαλής ένα μικρό κόμμα που η κοινωνία είχε μόλις εμπιστευθεί. Σήμερα το τμήμα αυτό της κοινωνίας αντιλαμβάνεται ότι ο φόβος του και η ψήφιση των μνημονιακών κομμάτων έκανε εντελώς ασύδοτους και ανάλγητους- όπως απέδειξε άλλωστε και το παράδειγμα της Κύπρου- τόσο τους περιβόητους «δανειστές» και «εταίρους» μας στην Ε.Ε. όσο και τη σημερινή κυβέρνηση. Πρόκειται για μια πρωτοφανών διαστάσεων κοινωνική, και ταξική ρεβάνς. 
Η σκληρή και καταστροφική για τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων, των ανέργων και της νεολαίας, μνημονιακή πολιτική οδηγεί όλο και περισσότερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στο δρόμο του αγώνα και επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της εναλλακτικής προοπτικής. Η προοπτική άμεσης πολιτικής λύσης και το ελκτικό σύνθημα της κυβέρνησης της αριστεράς αποτέλεσαν τους παράγοντες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια πρωτοφανή εκλογική άνοδο και στις δύο εκλογές και τροποποίησαν ριζικά τον πολιτικό χάρτη. 
Το σημαντικό όμως είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αν και βρίσκεται έκτοτε διαρκώς στο στόχαστρο πολλαπλών και πρωτοφανών για τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά ήθη επιθέσεων από το σύστημα εξουσίας διατηρεί την εκλογική του επιρροή ενώ ανέπτυξε και την οργανωτική του παρουσία σε ολόκληρη τη χώρα. Η σημερινή του θέση αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τη βάση για το επόμενο αποφασιστικό βήμα. Στο αυτό ακριβώς το σημείο χρειάζεται να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη. Δεν πρέπει να υπονομεύσουμε την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων, όσο και των μεσαίων και μικροαστικών τάξεων στην ριζοσπαστική αριστερά. Πρέπει να αποδείξουμε ότι δεν αλλάζουμε ή ότι δεν πρόκειται να αλλάξουμε.
Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ αναπτύσσεται ένας προβληματισμός για τη «στασιμότητα» από τις εκλογές και μετά. Από το γεγονός αυτό αναπτύσσονται απόψεις ότι απαιτείται «υπέρβαση». Με άλλα λόγια αλλαγή της μέχρι σήμερα τακτικής και πολιτικής και αναζήτηση νέων σχηματισμών, στη δημιουργία ενός μεγάλου «αστερισμού δυνάμεων και προσωπικοτήτων». Ασφαλώς και πρέπει να αναπτύξουμε την πολιτική και εκλογική μας επιρροή με στόχο τη διακυβέρνηση της χώρας. Ωστόσο, αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα άλμα στο μέλλον και όχι πολλά βήματα πίσω στο παρελθόν. Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού ΣΥΡΙΖΑ στενά δεμένου με την κοινωνία και τα κινήματα. Αν κάτι έχει φτάσει στα όριά του δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ γενικώς αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ως τηλεοπτική εικόνα και προϊόν επικοινωνιακής διαχείρισης. Πρέπει να απευθυνθούμε στις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, στους μισθωτούς, τους άνεργους, τη νεολαία, τις γυναίκες, και όχι σε πολιτικά πρόσωπα που άσκησαν εξουσία στο πρόσφατο παρελθόν και σε συντηρητικούς πολιτικούς φορείς. Δεν έχουμε κανένα λόγο λοιπόν να αλλάξουμε τη δοκιμασμένη πολιτική που ακολουθήσαμε μέχρι τις εκλογές του Ιουνίου- τις δεσμεύσεις μας, που τόσο εύστοχα παρουσιάσαμε την προεκλογική περίοδο, και το στόχο της κυβέρνησης της αριστεράς καθώς αυτή η πολιτική αποδείχθηκε και εύστοχη και νικηφόρα. Ακόμα και αν η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ, στη βάση ενός ακραίου δεξιού ρεφορμισμού, προσχώρησε στη κυβέρνηση Σαμαρά και παράλληλα η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ ακολουθεί μια τυχοδιωκτική και διασπαστική πολιτική εμείς δεν θα απεμπολήσουμε το σύνθημα της Κυβέρνησης της Αριστεράς.
Κυβέρνηση της Αριστεράς δεν σημαίνει σχηματισμό κυβέρνησης στην οποία συμμετέχουν απλά και μόνον αριστερά κόμματα. Ασφαλώς και επιθυμούμε τη συμμετοχή του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, άλλων οργανώσεων της αριστεράς, αλλά και των Οικολόγων Πράσινων, τόσο σε ένα ευρύ μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων όσο και σε μια μελλοντική κυβέρνηση της αριστεράς. Κυβέρνηση της Αριστεράς, πρωτίστως, σημαίνει ιδεολογική, πολιτική και προγραμματική ηγεμονία της ριζοσπαστικής αριστεράς. Απαιτεί μια ριζοσπαστική πολιτική που να αποκρυσταλλώνεται σε πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, τομών, μεγάλων δομικών αλλαγών και ανατροπών. 

ΠΩΣ ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΑ;
Η κρίση της Κύπρου απέδειξε ότι η σημερινή νεοφιλελεύθερη Ευρώπη αποτελεί την καταρρέουσα άρνηση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τα θεμέλια του σημερινού οικοδομήματος αποδεικνύονται σαθρά. Οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες δυνάμεις παραβιάζουν -όπως απέδειξε και η κυπριακή κρίση- με τον πλέον κυνικό και βάναυσο τρόπο ακόμα και αυτό το αντιδημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο τόσο στην οικονομία όσο και στην πολιτική που διέπει τη σημερινή συγκρότηση της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης. Στην πραγματικότητα αποβλέπουν στην ολοκληρωτική επικράτηση του κεφαλαίου και την απελευθέρωση του από όλες τις δεσμεύσεις και τους κανόνες που το ελέγχουν.
Το αστικό σύστημα εξουσίας -παρά τις αναπόφευκτες διαφορές των εθνικών αστικών τάξεων και τον κυρίαρχο και ηγεμονικό ρόλο του γερμανικού πρωτίστως, αλλά και του γαλλικού κεφαλαίου- έχει ως κύριο στόχο την ολοκληρωτική επίθεση κατά των εργαζομένων και της κοινωνικών κατακτήσεων. Πρόκειται για έναν πόλεμο κατά της κοινωνίας σε κάθε κράτος της Ευρώπης, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης. Η επιστροφή στα εθνικά καθεστώτα του παρελθόντος, στην ουσία η επιστροφή στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, αποτελεί- όπως απέδειξε και η ιστορική εμπειρία από τα ολοκαυτώματα των δυο παγκοσμίων πολέμων και του φασισμού- μια εφιαλτική για τους ευρωπαϊκούς λαούς προοπτική. Το σχέδιο Α ή Β για την Ευρώπη δεν βρίσκεται στο ζοφερό παρελθόν, αλλά στο κοινό μέλλον των ευρωπαϊκών λαών. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, γίνεται φανερό ότι για την ευρωπαϊκή ενοποίηση απαιτείται μια νέα αρχιτεκτονική. Απαιτείται μια άλλη πορεία ευρωπαϊκής ενοποίησης που δεν ταυτίζεται με την πορεία της σημερινής Ε.Ε. και που συμπυκνώνεται στο μεταβατικό σύνθημα για μια «άλλη Ευρώπη». Η πάλη για μια άλλη Ευρώπη, από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια, στην ουσία για ένα νέο ευρωπαϊκό οικοδόμημα που θα δημιουργήσει νέους δημοκρατικούς θεσμούς, δεν μπορεί παρά να φτιαχτεί σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις αντιδημοκρατικές δομές της σημερινής Ε.Ε. Η Ευρώπη ή θα είναι δημοκρατική και σοσιαλιστική ή δεν θα υπάρξει. 
Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις σχεδόν βέβαιες αντιδράσεις των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ. ιδιαίτερα τις επιθέσεις από τον ισχυρό γερμανο-γαλλικό άξονα και τους συμμάχους του, όταν επιχειρήσουμε, ως κυβέρνηση της Αριστεράς να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα μας, πρέπει να δηλώσουμε ότι δεν πρόκειται να υποκύψουμε σε τελεσίγραφα και απειλές και ότι πολιτικό μας πρόγραμμα είναι αδιαπραγμάτευτο. Αυτό σημαίνει και η θέση «καμιά θυσία για το ευρώ.
Οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα μας κηρύξουν βέβαια, από την πρώτη ημέρα κιόλας εφαρμογής του προγράμματος μας, οικονομικό και πολιτικό πόλεμο. Θα είναι οι κύριοι εχθροί μας την στιγμή που οι εργαζόμενοι όλης της Ευρώπης θα είναι οι άμεσοι σύμμαχοι μας σε μια μεγάλη προσπάθεια. Πρέπει να ζητήσουμε από τώρα, με πολλαπλές πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρουμε άμεσα, από το ευρωπαϊκό κίνημα τόσο του Νότου όσο και του Βορρά -πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, μαζικά κινήματα, ενεργούς πολίτες, του πνεύματος και της τέχνης- να υποστηρίξουν την προσπάθεια αυτή και να δώσουν στη χώρα τους τον αγώνα για την απαλλαγή από τη σημερινή καταστροφική πολιτική. Το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, τα κόμματα και οι οργανώσεις του αντικαπιταλιστικού ρεύματος, τα κόμματα της ριζοσπαστικής οικολογίας, τα συνδικάτα και τα εναλλακτικά κινήματα έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν αποφασιστικά μια ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς και μαζί με αυτή και τον αγώνα των ευρωπαίων εργαζομένων για ριζικούς μετασχηματισμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. 
Ασφαλώς και το νόμισμα παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία. Ωστόσο η σημερινή κρίση είναι δομική κρίση του καπιταλισμού και όχι κρίση του νομισματικού συστήματος, κρίση του ευρώ. Μια βίαιη αποπομπή της χώρας από την ευρωζώνη ή ακόμα περισσότερο η έξοδος της από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα προκαλέσει κατά πάσα πιθανότητα συστημική κρίση που θα υπονομεύσει την ύπαρξη τόσο της ευρωζώνης όσο και την ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει ο κίνδυνος να διασπαστεί η σημερινή Ευρώπη σε Ευρώπη «δύο ταχυτήτων» ή ακόμα και να επιστρέψει ως σύνολο στην Ευρώπη των εθνικών καθεστώτων. Αυτή η πιθανότητα ήδη κυοφορείται στις σημερινές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί. 
Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει σε κάθε περίπτωση, να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει όλα τα πιθανά ενδεχόμενα έχοντας επίγνωση ότι ακόμα και εκτός ευρώ θα βρεθεί στο στόχαστρο του αστικού συστήματος εξουσίας σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ο δρόμος και εντός και εκτός ευρώ θα είναι δύσβατος. Το ελληνικό «πείραμα» της κυβέρνησης της αριστεράς θα εδραιωθεί και θα αποκτήσει προοπτική αν εμπνεύσει και συμβάλει στην πυροδότηση και συνολικότερων αλλαγών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Οι διαδοχικές εξελίξεις στην Κύπρο, ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης και τα αποτελέσματα των «διαπραγματεύσεων» μεταξύ κυβέρνησης Αναστασιάδη και τρόικας δημιουργούν νέα δεδομένα και πραγματικότητες που αξίζει να μελετηθούν σοβαρά από τον ΣΥΡΙΖΑ–ΕΚΜ. Η τελική συμφωνία της κυπριακής κυβέρνησης με την τρόικα αλλά και οι χειρισμοί την εβδομάδα που μεσολάβησε μέχρι το «ΟΧΙ» να γίνει «ΝΑΙ», επιβάλλουν την επαναξιολόγηση της στάσης μας τις πρώτες μέρες του κυπριακού «ΟΧΙ» αλλά και την προσεκτική μελέτη των χαρακτηριστικών που παίρνει ο αντιμνημονιακός λόγος στο εσωτερικό της κυπριακής πολιτικής σκηνής και θυμίζει την κατάσταση που βιώνουμε και στην Ελλάδα. 
Αυτό μας οδηγεί σε μια σειρά συμπεράσματα :
· Μια κυβέρνηση του ΝΑΙ δεν μπορεί να διαχειριστεί το ΟΧΙ, καθώς μοιράζεται, ιδεολογικά και πρακτικά, τις ίδιες απόψεις για την οικονομική και κοινωνική πολιτική με τον αντίπαλο. 
· Όταν το πρόβλημα ξεπερνάει τα στενά εθνικά/κρατικά πλαίσια, η λύση πρέπει να αναζητείται με βάση τα ενοποιητικά στοιχεία όσων πραγματικά υφίστανται την επίθεση. Αυτό σημαίνει όχι μόνο την υπεράσπιση των ταξικών και ευρύτερων συμφερόντων των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων πρώτα απ’ όλα της ίδιας της Κύπρου, δίχως διαχωρισμό ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, έναντι των ταξικά ανταγωνιστικών δυνάμεων που προσωρινά στοιχήθηκαν πίσω από το «όχι». Σημαίνει, περισσότερο, ότι η ανάγκη για το μέγιστο των διεθνών συμμαχιών πρέπει να βασίζεται στην ανάλυση των πραγματικών ταξικών και γεωπολιτικών συμφερόντων και όχι σε αφηρημένες επικλήσεις στις δήθεν καλές προθέσεις «παλαιών και πιστών συμμάχων», όπως φάνηκε από την εναπόθεση ελπίδων στην κυβέρνηση-εκπρόσωπο των Ρώσων ολιγαρχών. 
· Η αντίσταση στις επιθετικές πολιτικές των οικονομικό-πολιτικών ελίτ είναι προβληματική όταν απουσιάζει μια σοβαρή, οργανωμένη ενωτική λαϊκή κινητοποίηση, καθώς αυτή η έλλειψη αποδυναμώνει τις δυνατότητες επιλογής πολιτικών ρήξεων από τις πολιτικές ηγεσίες, οδηγώντας και την όποια «διαπραγμάτευση» στο χειρότερο αποτέλεσμα. 
· Η απάντηση από μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην κρίση του συστήματος σε κάθε χώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει την πολιτική της κυβέρνησης Χριστόφια την τελευταία 5ετία. Το ΑΚΕΛ συμφώνησε και αποδέχθηκε τους πρώτους μνημονιακούς νόμους που εισηγήθηκε η τρόικα. Μέτρα που θα υποδείκνυαν μια διαχείριση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της χώρας με διαφορετική από την τροϊκανή οπτική δεν πάρθηκαν. Διάλογος με τη βάση (συντεχνίες, συνδικάτα, ενώσεις κ.λπ) για τις επιπτώσεις και τις προοπτικές εξόδου από την κρίση και προσπάθεια να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας δεν έγιναν. Οι αδυναμίες, οι πολιτικές επιλογές, τα λάθη και τα όρια της τότε κυπριακής κυβέρνησης πρέπει να μελετηθούν σε βάθος. 
Τις τελευταίες βδομάδες διαδραματίζονται σοβαρά γεγονότα στην περιοχή που θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε. Η διαφαινόμενη δυνατότητα επίλυσης του Κουρδικού, η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ, οι εξελίξεις στον αραβικό κόσμο δεν μπορούν να μην είναι μέρος της συνολικής μας ανάλυσης για τις εξελίξεις. Επιπλέον, περισσότερο από ποτέ, η ελληνική και κυπριακή Αριστερά οφείλει να προβάλλει την άποψή της ότι ο φυσικός πλούτος της Κύπρου ανήκει σε όλα τα λαϊκά στρώματα του νησιού. Έτσι, θα πρέπει να βρεθούν οι τρόποι εκείνοι όπου πιθανά κέρδη από το κυπριακό φυσικό αέριο να αξιοποιηθούν προς όφελος όλου του κυπριακού λαού (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων). Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι η λύση του Κυπριακού προς όφελος και των δύο κοινοτήτων. Επιπλέον, χρειάζεται άμεσα να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με στόχο την δίκαιη επίλυση των όποιων διαφορών. Σε αυτή τη κατεύθυνση οφείλει να δουλέψει η Αριστερά, είτε βρίσκεται στη κυβέρνηση είτε είναι στην αντιπολίτευση. 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Για τη δημοκρατία στο ΣΥΡΙΖΑ

Το ζήτημα της δημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ τέθηκε με έμφαση από μεγάλο αριθμό ομιλητών στην προηγούμενη Κ.Ε. και αποτυπώθηκε μάλιστα με συγκεκριμένες ρυθμίσεις και προτάσεις στην απόφασή της. Ήμασταν μεταξύ αυτών που έθεσαν το ζήτημα και χαιρετίσαμε την καταγραφή στην απόφαση της Κ.Ε. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ από αυτό το διάστημα μέχρι σήμερα μας υποχρεώνει να το ξαναθέσουμε. Κι αυτό επειδή διαπιστώνουμε ότι παρά τις καλές προθέσεις και ρυθμίσεις που καταγράφονται στην πρόσφατη απόφαση της Κ.Ε., τα πράγματα δεν λειτουργούν όπως έπρεπε:
● Στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και τις σχέσεις μεταξύ στελεχικών επιτελείων και εκλεγμένων οργάνων, ιδιαίτερα στο επίπεδο της «κορυφής» (γραμματεία, 9αμελές, πρόεδρος, γραφείο τύπου) 
-Διαρροές πληροφοριών προς τα ΜΜΕ 
·Στην ισότιμη και επαρκή πληροφόρηση όλων των μελών αναφορικά με τις πολιτικές επεξεργασίες και τα κομματικά τεκταινόμενα. ·Στην ισότιμη συμμετοχή των γυναικών, σε όλα τα επίπεδα. 
Υπάρχουν ορισμένα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε:
Ασάφεια και αντιφάσεις ως προς τους κανόνες λειτουργίας του κομματικού οργανισμού
Καθυστερήσεις στο έργο κρίσιμων επιτροπών όπως οι επιτροπές προγράμματος και θέσεων
Προσωποπαγής και επιλεκτική δημοσιοποίηση πολιτικών θέσεων
Ανεπάρκεια εσωκομματικής πληροφόρησης και διαλόγου
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποτελέσει ένα πρωτότυπο εγχείρημα συνεργασίας, διαλόγου και κοινού αγώνα δυνάμεων, ρευμάτων, κινημάτων και αγωνιστών με διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες παραδόσεις και αντιλήψεις. Γεγονός είναι δε ότι το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας έχει ιστορικά αποτελέσει αντικείμενο πλήθους επεξεργασιών, ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων και ρήξεων, στους κόλπους της Αριστεράς. Ύστερα από μια πορεία δύσκολη αλλά και δημιουργική, φτάσαμε σήμερα στο σημείο να συζητάμε την ενοποίησή μας σε ενιαίο κόμμα . Για ένα τέτοιο εγχείρημα πολιτικής σύνθεσης, η δημοκρατική και διαφανής λειτουργία είναι όρος αναγκαστικός δημιουργικότητας και αποτελεσματικότητας. Τίθεται, λοιπόν, το θέμα της εσωκομματικής δημοκρατίας de jure και de facto. Κυρίως, όμως, τίθεται και για δύο υπέρτερους, πολύ σοβαρούς λόγους: Για την ανάπτυξη των ισχυρών δεσμών εμπιστοσύνης μεταξύ αγωνιστών και αγωνιστριών που καλούνται σήμερα να δώσουν σκληρές μάχες σε συνθήκες συστημικής σύγκρουσης. Και επειδή η υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας λειτουργεί ως υπόδειγμα: είναι, στην ουσία, η υπεράσπιση του αξιακού πυρήνα της κοινωνίας που οραματιζόμαστε.

Για την πορεία προς το Συνέδριο
Η ενοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κομματικό οργανισμό, με δημοκρατία, ισότιμα μέλη, συλλογικές επεξεργασίες, συντροφική αλληλεγγύη και αμοιβαία εμπιστοσύνη των μελών του, ήταν αίτημα πολλών χρόνων από τη δική μας πλευρά και από τον «ανένταχτο» (εκτός συνιστωσών) κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, θεωρούμε αναγκαίο το πρώτο ιδρυτικό Συνέδριο να γίνει μέσα στον Ιούλιο.
Ωστόσο, για να είναι ουσιαστικό το συνέδριο, χρειάζεται να λάβουμε ορισμένες πρόνοιες. Συνέδριο που θα έχει δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στις οργανώσεις και στα μέλη για αναβαθμισμένη λειτουργία, με επαρκή γνώση και κατανόηση και πλήρη συμμετοχή των μελών, που θα οδηγήσει στο δημοκρατικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που οραματιζόμαστε. Μια τέτοια διαδικασία προς το συνέδριο θα αποτρέψει ενδεχόμενους κινδύνους εκφυλισμού του εγχειρήματός μας. Προϋποθέσεις επιτυχίας του Συνεδρίου ενιαιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά τη γνώμη μας οι ακόλουθες:
- Έγκαιρη δημοσιοποίηση των θέσεων και των επεξεργασιών από τις αρμόδιες επιτροπές και την Κ.Ε.
- Επαρκής χρόνος προσυνεδριακής διαδικασίας
- Σαφείς, κατανοητοί και έγκαιρα δημοσιοποιημένοι κανόνες της προσυνεδριακής διαδικασίας
- Μέτρα εμπλοκής όλων των μελών στη διαδικασία αυτή. Προτεραιότητα στις διαδικασίες των οργανώσεων βάσης
- Άμεση θεσμοθέτηση μέσων εσωκομματικού διαλόγου, απολύτως ελεύθερου και ανοιχτού.- Άμεση θεσμοθέτηση οργανωτικής επιτροπής της προσυνεδριακής πορείας και του Συνεδρίου, που θα λογοδοτεί στην Κ.Ε.

Στοιχεία δημοκρατικής λειτουργίας του ενιαίου κόμματος
· Θέλουμε κόμμα μαζικό, ενιαίο, δημοκρατικό, πολυτασικό, κόμμα των δύο φύλων, με ουσιαστικούς χώρους υποδοχής για τους καθημερινούς ανθρώπους. 
· Κόμμα των ενεργών μελών και όχι κόμμα ψηφοφόρων. Με κύτταρο τις οργανώσεις βάσης που λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά και έχουν οριζόντιο συντονισμό. Με συλλογικά, δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα λήψης αποφάσεων και αμφίδρομη επικοινωνία βάσης – κορυφής. Με συλλογική ηγεσία που δεσμεύεται από την πλειοψηφία, αλλά αναγνωρίζει και σέβεται τις μειοψηφούσες απόψεις (ελεύθερη και θεσμικά κατοχυρωμένη λειτουργία τάσεων / ρευμάτων). 
· Με ισότιμη συμμετοχή και εκπροσώπηση των φύλων. Με ανακλητά όργανα και εκπροσώπους. Με εναλλαγή των στελεχών και προσδιορισμένες θητείες. 
· Με απολύτως ελεύθερο εσωτερικό διάλογο, επίσημες και θεσμικά κατοχυρωμένες δομές διάχυσης της πληροφορίας (αποφάσεις και επεξεργασίες οργάνων) και εσωκομματικού διαλόγου (φόρα ανταλλαγής απόψεων έντυπα και ηλεκτρονικά). Με ελεγχόμενη δημόσια εκφώνηση. Με δημοκρατική λογοδοσία. Με σαφείς καταστατικούς κανόνες που ρυθμίζουν όλα τα παραπάνω.